-αν- Αρχική Σελίδα

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

Κείμενο του Νίκου Μαζιώτη για ΜΜΕ

ΣΥΜΠΡΑΞΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, ΤΡΟΙΚΑΣ, ΚΡΑΤΟΥΣ, ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ Τι θα έκανε άραγε η εξουσία χωρίς τους δημοσιογράφους; Τι θα έκανε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα χωρίς τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τους καναλάρχες, τους μεγαλοδημοσιογράφους με τους παχυλούς μισθούς και τους αστυνομικούς συντάκτες;

ΣΥΜΠΡΑΞΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, ΤΡΟΙΚΑΣ, ΚΡΑΤΟΥΣ, ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ
Τι θα έκανε άραγε η εξουσία χωρίς τους δημοσιογράφους; Τι θα έκανε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα χωρίς τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τους καναλάρχες, τους μεγαλοδημοσιογράφους με τους παχυλούς μισθούς και τους αστυνομικούς συντάκτες; Όλοι αυτοί που έχουν εντεταλμένο ρόλο να παρουσιάζουν τους επαναστάτες και τους αγωνιστές όπως τα μέλη του Επαναστατικού Αγώνα ως εγκληματίες και τρομοκράτες είναι αυτοί που έχουν συνεργήσει τα τελευταία χρόνια στη μεγαλύτερη κοινωνική ληστεία που υφίσταται ο λαός. Είναι αυτοί που έχουν συνεργήσει στην πολιτική της κοινωνικής γενοκτονίας και της κοινωνικής ευθανασίας που έχει επιβληθεί από το υπερεθνικό κεφάλαιο και τους δανειστές μέσω της Τρόικας και του ελληνικού κράτους. Εδώ και τέσσερα χρόνια η συντριπτική πλειοψηφία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και του Τύπου προπαγανδίζει υπέρ της πολιτικής διάσωσης του συστήματος. Ότι όλα όσα έγιναν ήταν «για το καλό» του ελληνικού λαού, ότι τα μνημόνια ήταν η μόνη λύση, ότι οι μισθοί και οι συντάξεις έπρεπε να κοπούν, γιατί οι «υψηλοί» μισθοί δεν κάνουν την οικονομία πιο ανταγωνιστική, ενώ οι «υψηλές» συντάξεις επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Ότι νοσοκομεία και σχολεία έπρεπε να καταργηθούν ή να συγχωνευτούν γιατί επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Ότι πρέπει να στερηθούν χιλιάδες άνθρωποι την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και να μείνουν ανασφάλιστοι γιατί επίσης επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Ότι για το χρέος φταίει ο λαός, αφού «όλοι μαζί τα φάγαμε», αφού οι περισσότεροι ζούσανε με σπατάλες και δανείζονταν πέρα από τις δυνατότητές τους. Ότι για το χρέος φταίει ότι αρκετοί από το λαό φοροδιαφεύγουν, ότι για το χρέος φταίει ο δημόσιος χαρακτήρας των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας ή άλλων εταιρειών, γι’ αυτό και πρέπει να παραδοθούν στους πλούσιους επενδυτές και στο κεφάλαιο γιατί μόνο έτσι θα υπάρχει «εξυγίανση» της οικονομίας και του δημοσίου. Για όλα αυτά η συμμορία των δημοσιογράφων δεν έπαυε να διατυμπανίζει ότι οι απεργίες είναι κοινωνικά ανεύθυνες πράξεις που στρέφονται κατά της κοινωνικής πλειοψηφίας και δεν παρέλειπε να υποστηρίζει την επιστράτευση των απεργών όλα αυτά τα χρόνια. Όλος αυτός  ο συρφετός των δημοσιογράφων που έχει το θράσος να κατηγορεί εμένα ως ληστή, ως αντικοινωνικό εγκληματία, βοήθησε να επιβληθεί αυτή η δολοφονική πολιτική του καθεστώτος που άφησε πίσω της χιλιάδες νεκρούς από τη φτώχεια, την εξαθλίωση, από την έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης άφησε πίσω της χιλιάδες νεκρούς αυτόχειρες, χιλιάδες άστεγους, χιλιάδες πεινασμένους και υποσιτισμένους. Κι αυτό είναι λογικό αφού τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και ο Τύπος είναι ιδιοκτησία των μεγιστάνων του ελληνικού μεγάλου κεφαλαίου, μεγαλοεπιχειρηματιών, ιδιοκτητών κατασκευαστικών εταιρειών, εφοπλιστών, τραπεζιτών, βιομηχάνων. Βαρδινογιάννης, Μπόμπολας, Αλαφούζος, Κυριακού, Κοντομηνάς είναι κάποιοι από αυτούς τους ιδιοκτήτες των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης οι οποίοι ληστεύουν για χρόνια τον ελληνικό λαό, έπαιρναν δάνεια και επιδοτήσεις από το κράτος καθώς και μίζες από τους πολιτικούς και ωφελούνται από την εφαρμογή των μνημονίων, αφού πολλά από αυτά που κόβονται από το λαϊκό εισόδημα και τις δημόσιες δαπάνες, πέρα από αυτά που παίρνουν οι δανειστές του υπερεθνικού κεφαλαίου, καταλήγουν στις τσέπες τους. Κάτω από την ηγεσία αυτής της μαφίας των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης βρίσκονται οι μεγαλοδημοσιογράφοι με τους παχυλούς μισθούς, οι οποίοι κάνουν καθημερινά τη βρώμικη δουλειά της αντιλαϊκής και αντικοινωνικής προπαγάνδας (Τρέμη, Πρετεντέρης, Σρόιτερ, Χούκλη, Κοσιώνη, Τσιόδρας, Παπαδημητρίου, Ευαγγελάτος). Τους τελευταίους μήνες έχει αλλάξει το τροπάρι της προπαγάνδας αφού οι περισσότεροι έγιναν ξαφνικά αντιμνημονιακοί και αντιγερμανοί ρίχνοντας νερό στο μύλο της προπαγάνδας της κυβέρνησης Σαμάρα που διατυμπανίζει το τέλος του μνημονίου, την έξοδο από την κρίση, την ελάφρυνση του λαού από τα δεινά, τη χαλάρωση της γερμανικής εμπνεύσεως λιτότητας και τη «σκληρή» επαναδιαπραγμάτευση με την Τρόικα και το Βερολίνο.
Το παζλ της σύμπραξης αυτής συμπληρώνουν οι αστυνομικοί συντάκτες: Λαμπρόπουλος, Σουλιώτης, Καραϊβάζ, Καραμήτρου, Ψαρρά, Καραστεφανής, Γεραφέντης, είναι κάποιοι από αυτούς που «δεοντολογικά» πασχίζουν για την αποκάλυψη της αλήθειας και την ενημέρωση. Βασικός ρόλος τους είναι να λοιδορούν και να συκοφαντούν τους επαναστάτες, τους αγωνιστές, τα μέλη των ένοπλων επαναστατικών οργανώσεων ως εγκληματίες και τρομοκράτες. Να διαδίδουν ψέματα, βοηθώντας την κατασταλτική και ανακριτική πρακτική της αστυνομίας με εικασίες και υποθέσεις, οι οποίες εμφανίζονται ως ατράνταχτα τεκμήρια και αποδείξεις. Την τελευταία δεκαετία, ένα από τα πιο αγαπημένα τους επιχειρήματα είναι η σύμπραξη ποινικών-τρομοκρατών. Αυτή η προπαγάνδα φούντωσε πάλι τον τελευταίο καιρό μετά τη σύλληψή μου μιλώντας για σύμπραξή μου ή της λεγόμενης «ομάδας Μαζιώτη» σε απαλλοτριώσεις τραπεζών με ποινικούς, φωτογραφίζοντας μάλιστα συγκεκριμένους καταζητούμενους. Ξεκινώντας από τα τελευταία: Δεν υπάρχει καμία «ομάδα Μαζιώτη», και ως αναρχικός, δεν ήμουν και δεν επιδίωξα ποτέ να είμαι αρχηγός και να έχω υπαρχηγούς, όπως ισχυρίζονται ότι έχω. Η ομάδα που υπάρχει και συμμετέχω ως ισότιμο μέλος είναι ο Επαναστατικός Αγώνας. Άλλωστε να υπενθυμίσω για δεύτερη φορά ότι το δικαστήριο που δίκασε τον Επαναστατικό Αγώνα και μας καταδίκασε σε πενήντα χρόνια κάθειρξη δέχτηκε τους ισχυρισμούς μας, οι οποίοι υιοθετήθηκαν και από τον εισαγγελέα, ότι ο Επαναστατικός Αγώνας είναι μια οριζόντια αναρχική οργάνωση που δεν έχει αρχηγούς, ούτε ιεραρχία. Γι’ αυτό και η κατηγορία της αρχηγίας κατέπεσε. Αρχηγούς, υπαρχηγούς και ιεραρχία έχουν αυτοί που μας κατηγορούν. Αλλά οι δημοσιογράφοι, μαθητές του Γκέμπελς, επιμένουν στο ψέμα ότι εγώ είμαι αρχηγός και έχω υπαρχηγό. «Πες πες ψέματα όλο και κάτι θα μείνει», και όσο πιο τερατώδες είναι το ψέμα, τόσο το καλύτερο, όπως αυτό που αναφέρεται σε πρόσφατο άρθρο ο μπατσοδημοσιογράφος Λαμπρόπουλος, ο οποίος παρουσιάζει κατόπιν παραγγελίας της αστυνομίας τους ποινικούς με τους οποίους φέρεται να συμπράττω σε απαλλοτριώσεις τραπεζών ως μέλη του Επαναστατικού Αγώνα. Από τη στιγμή που πέρασα στην παρανομία με την συντρόφισσα Ρούπα οι δημοσιογράφοι δεν έπαψαν να παρουσιάζουν τους ισχυρισμούς της αστυνομίας ότι βρίσκομαι πίσω από επιθέσεις που δεν τις έχει διαπράξει, ούτε τις έχει αναλάβει ο Επαναστατικός Αγώνας. Πώς γίνεται να είμαι μέλος μιας ένοπλης αναρχικής οργάνωσης, του Επαναστατικού Αγώνα από το 2003, να έχω αναλάβει την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής μου στην οργάνωση μετά τις συλλήψεις του 2010, να δηλώνω ότι είμαι περήφανος για τη συμμετοχή μου στην οργάνωση, να έχω υπερασπιστεί στο δικαστήριο όλες τις ενέργειες του Επαναστατικού Αγώνα πράγμα για το οποίο καταδικάστηκα σε 50 χρόνια κάθειρξη και στην παρανομία να βρίσκομαι πίσω από ενέργειες μιας άλλης οργάνωσης και μάλιστα λενινιστικής; Οι έωλοι αυτοί ισχυρισμοί διαψεύστηκαν πανηγυρικά όταν ο Επαναστατικός Αγώνας πραγματοποίησε την επίθεση στη Διεύθυνση Εποπτείας της Τράπεζας της Ελλάδος τον περασμένο Απρίλιο, για την οποία έχω αναλάβει την πολιτική ευθύνη. Αφού τελείωσε κι αυτό το σενάριο εμφανίστηκε ένα άλλο, αυτός της σύμπραξής μου σε απαλλοτριώσεις τραπεζών με ποινικούς.
Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή της τελευταίας δεκαετίας έχουν καταγραφεί αρκετά ψέματα και συκοφαντίες από την πλευρά των δημοσιογράφων, εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα. Πόσες φορές έχουν δημοσιευτεί σενάρια, υποθέσεις, εικασίες, τα οποία προβάλλονται ως γεγονότα και τα οποία ουδέποτε αποδείχτηκαν, αλλά διαψεύστηκαν ακόμα και στα δικαστήρια. Σε αυτές τις περιπτώσεις κανείς από τους δημοσιογράφους δεν έχει αναθεωρήσει. Μερικά παραδείγματα:
1ο ψέμα: Σε δημοσίευμα της εφημερίδας του ομίλου Λαμπράκη, στο ΒΗΜΑ, ο γνωστός μπατσοδημοσιογράφος Λαμπρόπουλος προβάλει τον ισχυρισμό της αστυνομίας ότι ο Επαναστατικός Αγώνας και εγώ βρίσκονται πίσω από την εκτέλεση του ειδικού φρουρού Αμανατίδη στην Κηφισιά. Ποτέ δεν αποδείχτηκε αυτός ο ισχυρισμός.
2ο ψέμα: Οι επονομαζόμενοι «ληστές με τα μαύρα» που απαλλοτρίωναν τράπεζες την περίοδο 2002-2006, χρηματοδοτούσαν τον Επαναστατικό Αγώνα ή έδιναν λεφτά στο επονομαζόμενο επαναστατικό ταμείο. Παρότι έχουν γίνει δίκες για αυτή την υπόθεση δεν αποδείχτηκε ποτέ, ούτε φυσικά και στη δικιά μας δίκη.
3ο ψέμα: Φερόμενα ως μέλη των «ληστών με τα μαύρα», τα οποία επικηρύχτηκαν το 2009 από τον τότε υπουργό Δημοσίας Τάξης Χρυσοχοΐδη, φωτογραφίζονται ως μέλη του Επαναστατικού Αγώνα. Πράγμα που διαψεύσαμε τότε και ποτέ δεν αποδείχτηκε.
4ο ψέμα: Τον Μάιο του 2007, πάλι ο γνωστός μπατσοδημοσιογράφος του Βήματος Λαμπρόπουλος, όταν ο Επαναστατικός Αγώνας γάζωσε το 2ο αστυνομικό τμήμα Νέας Ιωνίας στον Περισσό, με υποπολυβόλο ΜΡ5, προ έβαλε τον ισχυρισμό της αστυνομίας ότι το ΜΡ5 προερχόταν από τον ειδικό φρουρό που φρουρούσε το σπίτι του πρώην προέδρου του Αρείου Πάγου Ρωμύλου Κεδίκογλου στη Γλυφάδα, τον οποίο είχαν αφοπλίσει άγνωστοι και προβάλλοντας παράλληλα ότι ο Επαναστατικός Αγώνας ήταν πίσω από αυτή την ενέργεια. Ούτε αυτό αποδείχτηκε στη δίκη που έγινε για την υπόθεση, ούτε φυσικά στη δίκη του Επαναστατικού Αγώνα. Αντιθέτως, όταν συλληφθήκαμε το 2010, και βρέθηκε το ΜΡ5 το οποίο χρησιμοποίησε  η οργάνωση εναντίον του αστυνομικού τμήματος στον Περισσό, η αστυνομία είπε ότι το συγκεκριμένο όπλο προερχόταν από αστυνομικό ο οποίος αφοπλίστηκε σε απαλλοτρίωση τράπεζας στη Θεσσαλονίκη.
5ο ψέμα: Ποιος δε θυμάται την εκστρατεία λάσπης εναντίον μας όταν είχαμε συλληφθεί το 2010 όπου η αστυνομία ισχυριζόταν ότι στις υποκλαπείσες συνομιλίες που είχε εναντίον μας σαρκάζαμε, υποτίθεται, το θάνατο του 15χρονου Αφγανού από έκρηξη βόμβας στα Πατήσια, χρεώνοντάς μας παράλληλα ότι ο Επαναστατικός Αγώνας βρισκόταν πίσω από αυτό. Φυσικά οι δημοσιογράφοι-παπαγαλάκια δεν έχασαν την ευκαιρία να αναπαράγουν αυτόν τον ισχυρισμό, ενώ εμείς κλεισμένοι στα κελιά της Αντιτρομοκρατικής αδυνατούσαμε να απαντήσουμε σε αυτή την εκστρατεία λάσπης. Και παρόλο που η αστυνομία παραδέχτηκε στο τέλος ότι δεν υπάρχει αυτός ο διάλογος, οι δημοσιογράφοι εξακολουθούσαν να το αναπαράγουν αυτό. Κανένας από αυτούς τους λακέδες και τους γλείφτες της εξουσίας δεν ανακάλεσε αυτά τα ψέματα και δε ζήτησαν συγγνώμη από εμάς ως όφειλαν.
Σε όλη τη διάρκεια δράσης του Επαναστατικού Αγώνα αρκετοί δημοσιογράφοι πάσχιζαν ανεπιτυχώς να αποδείξουν ότι η δράση μας στρεφόταν κατά απλών πολιτών και ότι κατά τύχη δε θρηνήσαμε θύματα πράγμα το οποίο προσπαθήσαν να επαναλάβουν και στην σύλληψή μου στο Μοναστηράκι. Αξίζει να αναφέρω ένα περιστατικό που αποδεικνύει το ποιόν κάποιων δημοσιογράφων και το μίσος που θρέφουν κατά των αγωνιστών και συγκεκριμένα κατά του Επαναστατικού Αγώνα. Όταν το Μάιο του 2009 ο Επαναστατικός Αγώνας είχε ανατινάξει το υποκατάστημα της Eurobank στην Αργυρούπολη και τα μέλη της οργάνωσης είχαν συναντηθεί με το πλήρωμα ενός τζιπ της αστυνομίας, αλλά κατάφεραν να διαφύγουν με ασφάλεια αφού τους απείλησαν με όπλο, δύο γνωστοί δημοσιογράφοι πρωινής εκπομπής σε κρατικό κανάλι, τη ΝΕΤ, και συγκεκριμένα οι δημοσιογράφοι Λυριτζής και Οικονόμου, είχαν δηλώσει σχολιάζοντας το γεγονός ότι οι μπάτσοι έπρεπε να τους «ξαπλώσουν κάτω», προτρέποντας τους να σκοτώσουν τους συντρόφους. Η συντριπτική πλειοψηφία των δημοσιογράφων με τη στάση τους αποδεικνύουν ότι είναι ταυτισμένοι με το σύμπλεγμα της εξουσίας, οικονομικής και πολιτικής και ότι σε ένα μεγάλο βαθμό το ψέμα, η συκοφαντία και η διαστρέβλωση είναι το επάγγελμά τους. Όσο και να γαβγίζουν, το μόνο που αποδεικνύουν είναι ότι είναι λακέδες των οικονομικά ισχυρών και φερέφωνα του σάπιου πολιτικού συστήματος. Αποδεικνύουν ότι οι πραγματικοί ποινικοί εγκληματίες είναι όλο αυτό το σύμπλεγμα εξουσίας που περιλαμβάνει το κεφάλαιο και το κράτος και φυσικά τους ίδιους. Όσο και να γαβγίζουν, ο Επαναστατικός Αγώνας θα μείνει στην ιστορία ως μία ένοπλη επαναστατική οργάνωση που δρα προς όφελος του λαού και των φτωχών.
Μαζιώτης Νίκος, μέλος του Επαναστατικού Αγώνα
Φυλακές Διαβατών

Αναδημοσίευση από : Athens Indymedia

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Η ζωή στην επαναστατική Βαρκελώνη 1936-37

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε (σε πιο εκτεταμένη μορφή) σε δύο συνέχειες στο αμερικάνικο περιοδικό Anarchy. Εχει μεταφραστει στα ελληνικα, Μετάφραση: Κ.Κ. (που έχει κάνει και τις σημειώσεις). Τεχνική επιμέλεια: ΑΛΦΑ Αθήνας. Έκδοση ΑΛΦΑ Αθήνα, Μάης 1996 Αναδημοσιευση απο το http://www.anarkismo.net/newswire.php?story_id=2530

Το κειμενο του Manolo Gonzalez, Παρουσιάζει την Ισπανική κοινωνική επανάσταση όχι μέσα από το βλέμμα του ιστορικού, αλλά μέσα από τις γλυκές και τις πικρές μνήμες ενός παιδιού. Αυτή άλλωστε είναι η γοητεία του κειμένου: μια παιδική αφήγηση με χαοτική δομή, ανάκατες σκέψεις, ενθυμήσεις, πρόσωπα, γεγονότα, ο παππούς, η μάνα, ο πόνος της χαμένης επανάστασης, της αγαπημένης Βαρκελώνης και της χαμένης παιδικότητας, η φυγή. Αλλά σαν κατακλείδα πάντα στο τέλος, το «ήμουν, είμαι και θα είμαι». Επειδή «...δεν θα θελα να τα ‘χα χάσει όλα αυτά, για τίποτα στον κόσμο!» 


Μέρος Α’ 
_____________ Στο σπίτι μας στη Βαρκελώνη, στη συνοικία Ramplas, κοντά στο «σινέ-ΡΙΑΛΤΟ», ήταν ένα παλιό «σεβάσμιο» κτίριο. Είχε ανοικοδομηθεί στα τέλη του 19ου αιώνα, στη θέση μιας κατοικίας που θέλαμε να πιστεύουμε πως βρισκόταν εκεί από την εποχή των Ρωμαίων. Αγοράστηκε από τον παππού Mariano την παραμονή του γάμου του με την γιαγιά Hortencia. Νωρίτερα η οικογένειά μου νοίκιαζε αυτό το σπίτι. Εγώ πάντως ήξερα πως από πάντα ζούσαμε εκεί. Είχα ένα μεγάλο δωμάτιο δίπλα σε μια εσωτερική αυλή όπου είχα γλάστρες με φυτά. Μια μικρή κρήνη κοσμούσε αυτόν τον μικρό ανοιχτό χώρο. Τα πουλιά χρησιμοποιούσαν την κρήνη για να πίνουν και να δροσίζονται τις καυτές καλοκαιριάτικες μέρες. Το 1934 έκανε εισβολή στο σπίτι η αστυνομία των ρεπουμπλικάνων μετά την εξέγερση στο Casas Viejas. Ο πατέρας μου πήγε στη φυλακή μαζί με πολλούς άλλους καταλανούς αναρχικούς. Ήταν μέρος της οικογενειακής μας παράδοσης· ο παππούς Mariano ήταν «ελεύθερα σκεπτόμενος», χαρακτηρισμός για τους άθεους, ελευθεριακούς και υποστηριχτές της «προπαγάνδας με τη δράση». Είχε φυλακιστεί στη μεγάλη εργατική απεργία του 1915. Ο σφοδρός τοπικισμός του, η κρυστάλλινη θέση του για την ανεξαρτησία της Καταλονίας με εντυπωσίασαν σαν μια ιερή φωτιά που έπρεπε να κρατήσω ζωντανή για πάντα. Διαρκώς μιλούσε για όπλα και βόμβες, για τα «σύνεργα». Πάντως δεν νομίζω ότι ο παππούς είχε πραγματικά σκοτώσει κάποιον. Πάντα ήταν απασχολημένος με τη δουλειά του, την εισαγωγή σπόρων για τους αγρότες της Ανδαλουσίας, της Καταλωνίας και της Αραγωνίας. Είχε ειδικευτεί στην απόκτηση σπόρων από τους αμερικάνους Shakers (1). «Είναι σαν και εμάς» μου έλεγε. Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία μου φαινόταν σαν παντοτινός. Ο πατέρας μου έφυγε για το μέτωπο της Μαδρίτης το 1936, σαν μαχητής της «Ταξιαρχίας Ντουρρούτι», στις απεγνωσμένες μέρες στα τέλη του Οκτώβρη, τότε που φαινόταν πως η Μαδρίτη θα έπεφτε στους φασίστες. Η πρώτη φορά που ένιωσα να με αγγίζει ο πόλεμος άμεσα και προσωπικά, ήταν όταν άκουσα το Ράδιο ΚΑΤΑΛΟΝΙΑ να αναγγέλλει το θάνατο του Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι. Ήταν 21 Νοεμβρίου του 1936. Ο Ντουρρούτι ήταν παλιός φίλος της οικογένειάς μου. Συχνά ερχόταν για φαγητό και πάντα κουβαλούσε ένα μεγάλο πιστόλι Parabellum. Ένα μεγάλο, αλλόκοτο και υπερβολικό πιστόλι, καλύτερο για ανοιχτές μάχες παρά για χρήση μέσα στην πόλη: «Λοιπόν έχει γεμιστήρα με 21 σφαίρες και είναι ο οίκος μου τρόπος για να λέω στον καθένα να μένει καλύτερα μακριά μου», συνήθιζε να εξηγεί με τη βαριά καστιλιανική προφορά του που μου ήταν δύσκολο να καταλάβω. Ο Ντουρρούτι ήταν από τη Λεόν. Εγώ μιλούσα καστιλιάνικα με πολύ δυσκολία. Η γλώσσα μου ήταν τα Καταλανικά. Λίγες μέρες μετά τον θάνατο του Ντουρρούτι, ο πατέρας μου γύρισε στην Βαρκελώνη. Έπρεπε να πάρει οδηγίες από την CNT, την FAI και την GENERALITAT (2) τώρα που ο Ντουρρούτι είχε πεθάνει. «Ήμασταν στην Νέα Πανεπιστημιούπολη, κοντά σε ένα τάγμα των Διεθνών Ταξιαρχιών», μας είπε ο πατέρας μου. «Οι εγγλέζοι και οι καναδοί κρατούσαν το κτίριο της Βιβλιοθήκης Επιστημών. Ο Ντουρρούτι ήταν με 4 φίλους όταν μια σφαίρα τον σκότωσε ακαριαία. Ο οδηγός τον νόμιζε πως ήταν ατύχημα». Στην κηδεία του Ντουρρούτι συμμετείχαν 250.000 άνδρες και γυναίκες απ’ όλη την Καταλονία και την Αραγωνία. Μετά από αυτό η Βαρκελώνη άλλαξε. Ο εμφύλιος έγινε ένα σκληρό μπερδεμένο επεισόδιο. Υπήρχε ο εχθρός που ξέραμε: οι φασίστες, ο Φράνκο, ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι. Και μετά ήρθε ο εχθρός που δεν μπορούσαμε να προσδιορίσουμε: οι εξουσιαστές μαρξιστές, η ΤΣΕΚΑ και ρώσοι κομισάριοι. Ένας εχθρός που τον φοβόμασταν επειδή ζούσε ανάμεσά μας. (...) Ο πατέρας μου επέστρεψε στο μέτωπο. Η μητέρα μου πήγε στις αναρχικές πολιτοφυλακές που αποστολή τους ήταν να περιφρουρούν τα κτήρια που έπρεπε να κρατήσει η CNT-FAI προκειμένου να μην τεθεί η Βαρκελώνη υπό τον έλεγχο του στρατιωτικού και πολιτικού μηχανισμού των κομμουνιστών. Εκείνο τον καιρό με φώναζαν «Palito» («Σπίρτο») και μαζί με άλλα παιδιά μας φρόντιζαν σ’ ένα κολεκτιβίστικο παιδικό σταθμό, οργανωμένο από οικογένειες που συμμετείχαν στην πολεμική κινητοποίηση. Ο παιδικός σταθμός είχε επανδρωθεί με πασιφιστές (3) και ανάμεσά τους ένα βρετανό Κουάκερο και αρκετές πρώην καλόγριες που είχαν ασπασθεί τα ελευθεριακά ιδανικά. Τα αναρχικά παιδιά είχαμε μοιράσει μεταξύ μας τα καθήκοντα - όπως το μαγείρεμα, την καθαριότητα, τη διασκέδαση και την αυτοάμυνα - με χαοτική ανεπάρκεια. Όμως ήμασταν εμείς αυτοί που παίρναμε τις αποφάσεις. Κάναμε εναλλαγή καθηκόντων σχεδόν καθημερινά. Οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές προσπάθησαν να επιβάλλουν μια ιεραρχική οργάνωση με λιλιπούτειους κομισάριους και υποχρεωτικό χαιρετισμό. Πήγαν ακόμα να ανακοινώνουν τα γεύματα με σάλπισμα. Όταν οι μικροί κομμουνιστές εμφανίστηκαν, με ένα μεγάλο πορτραίτο του Στάλιν, τους γιουχάραμε και γελάσαμε μαζί τους: «Εμείς είμαστε ελεύθεροι, καθίκια». Οι μικροί «κόκκινοι» αιφνιδιάστηκαν και πήγαν να παραπονεθούν στο κόμμα. Ήρθε τότε ένας ενήλικος. Άρχισε τις ρητορείες: «Για να κερδίσουμε τον πόλεμο χρειάζεται πειθαρχία και τάξη». Εμείς τότε περάσαμε στην άμεση δράση. Για αρχή κάναμε «απεργία». Παντού υπήρχαν βρώμικα πιάτα. Οι κομμουνιστές έπρεπε να αφήσουν την στρατιωτική τους υπηρεσία για να έρθουν να καθαρίσουν. Μετά αρχίσαμε να μαγειρεύουμε μόνο για τα ελεύθερα παιδιά. Οι κόκκινοι παραδόθηκαν. Γίναμε όλοι «Hijos de Pueblo» («Παιδιά του Λαού»). Ισότητα και ελευθεριακός κομμουνισμός. Ο δήμος της Βαρκελώνης μας έστελνε φαγητό. Πολύ καλής ποιότητας φρούτα, όσπρια, ρύζι, γάλα και πουλερικά. Ένας γιατρός μας επισκεπτόταν κάθε Δευτέρα. Η GENERALITAT της Καταλωνίας είχε θεσπίσει την ελεύθερη εκπαίδευση για όλους. Περιελάμβανε και πολλούς ενήλικες. Πολλοί άνδρες και γυναίκες, μετά την δουλειά παρακολουθούσαν διάφορα επιμορφωτικά προγράμματα. Η κουλτούρα για το λαό ήταν μια από τις διαρκείς απαιτήσεις της CNT-FAI. Ο κολεκτιβίστικος παιδικός σταθμός λειτουργούσε και σαν δημοτικό σχολείο. Δάσκαλοι που είχαν δουλέψει στα «Σχολεία Φερρέρ» (4) απαλλαγήκανε από τα καθήκοντά τους στις πολιτοφυλακές και τους δόθηκαν θέσεις στα σχολεία της Καταλωνίας. Ακόμα και τα burgeusitos («αστάκια») παρακολουθούσαν τα μαθήματα. Στο δικό μας σχολείο, τα παιδιά ήταν αυτά που οργάνωναν το πρόγραμμα μαθημάτων. Μισούσαμε το μιλιταρισμό και τη θρησκεία ενώ - έχοντάς το πάρει από τους γονείς μας - η τέχνη και η κουλτούρα ήταν τα μεγάλα πάθη μας. Τραγουδούσαμε, γράφαμε εκθέσεις για τους κλασσικούς συγγραφείς, παίζαμε επαναστατικά θεατρικά έργα και απαιτούσαμε την προβολή ταινιών. Από τον Ιούλιο του ‘36 στην Καταλωνία και σε περιοχές της Αραγωνίας, η κολεκτιβοποίηση των μέσων παραγωγής είχε μεγάλη ορμή. Χρόνια σχεδίων, συζητήσεων και ονείρων, είχε φτάσει η στιγμή να δοκιμαστούν στα αγροκτήματα, στα εργοστάσια και κυρίως στην λειτουργία μιας από τις πιο σύγχρονες ευρωπαϊκές πόλεις και σίγουρα της πιο τεχνολογικά προωθημένης πόλης της Ιβηρικής. Η Καταλωνία ήταν μια αυτόνομη κοινωνία, έτοιμη να δοκιμάσει το συνεργατισμό και την εθελοντική αλληλοβοήθεια. Γυρνάγαμε ολόκληρη τη Βαρκελώνη. Οι συγκοινωνίες ήταν τσάμπα και πηγαίναμε στα εργοστάσια για να είμαστε κοντά στους εργάτες και για να μάθουμε πώς λειτουργούν οι μηχανές. Πηγαίναμε στα αγροκτήματα για να δούμε τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις. Επισκεπτόμασταν μουσεία. Σ’ αυτές τις εκδρομές, μας έδιναν κουπόνια που αντιστοιχούσαν σε γεύματα σε αρκετά εστιατόρια που συμμετείχαν στην κολεκτιβοποιημένη βιομηχανία τροφίμων. Όταν πήγαμε και είδαμε τη «Λίμνη των Κύκνων», εγώ απαίτησα την καθιέρωση μαθημάτων χορού. Η φίλη μου, η Libertad, οργάνωσε ένα υπόμνημα για την καθιέρωση της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. Οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές αρνήθηκαν. Διαμαρτυρήθηκαν και μερικοί γονείς. Θα ενθαρρύνει την «σεξουαλική μίξη», είπαν, ενώ μίλησαν και για τις «οικογενειακές αξίες». Οι κόκκινοι επικαλέστηκαν το Στάλιν για την «ιερότητα της οικογένειας» και σε μια παράξενη συμμαχία με τους καθολικούς, κατήγγειλαν το ενδιαφέρον μας ως «πορνογραφία στο σχολείο». Ήταν μέρος της πολιτικής των κομμουνιστών να γίνονται αρεστοί στους μεσοαστούς. Ένα αγόρι ο Carlos Lizarroga, γιος ενός κομμουνιστή πολιτικού, ευσεβώς ζήτησε καθιέρωση πρωινής προσευχής για «τους ήρωές μας στο μέτωπο». Τον ξεφτιλίσαμε. Ενώ ήταν ακόμα κόκκινος από την ντροπή, του δώσαμε ένα μάθημα στρατηγικών, όπλων και τακτικών: «Το ποιος κερδίζει τον πόλεμο δεν εξαρτάται από το θεό και την παναγία ηλίθιε». Τον επικρίναμε με δριμύτητα. Όταν ο Carlos προσπάθησε να μας εξηγήσει πως «...ο πατέρας μου είπε πως έτσι μπορεί να πάω στον εργατικό παράδεισο, τη Σοβ. Ένωση», εμείς τον διαφωτίσαμε για τη δικτατορία, τις δίκες της Μόσχας και τις δολοφονίες των παλιών μπολσεβίκων. Δεν ξανάρθε από τότε στο σχολείο μας. Τον ξαναείδα στην πρωτομαγιάτικη παρέλαση, φορούσε τη στολή των Πιονέρων (5). Εγώ είχα ντυθεί ινδιάνος. Το πρόσωπο και το στήθος μου ήταν βαμμένα μαυροκόκκινα, τα χρώματα της φυλής μου. Φορούσα ένα πολεμικό καπέλο από «φτερά αετού» και κουνούσα στο χέρι μου ένα τόμαχωκ. Η φίλη μου, η Libertad, είχε ντυθεί σαν γυναίκα της γαλλικής επανάστασης και κρατούσε δόρυ και μια μαύρη σημαία. Τελικά αποφασίστηκε πως η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση θα ήταν μάθημα με εθελοντική παρακολούθηση. Όλα τα παιδιά το παρακολουθούσαν. Έφερναν ακόμα και φίλους τους από άλλα σχολεία. Σαν μάθημα περιελάμβανε στο πρόγραμμά του τον έλεγχο των γεννήσεων, θέματα σεξουαλικής ηθικής, την καταδίκη της σεξουαλικής βίας. Προς ευχαρίστηση των πρώτων καλογριών, υπήρχε μια ρομαντική υπεράσπιση του ελεύθερου έρωτα: «Κανένα κράτος και καμία εκκλησία δεν μπορεί να κυβερνήσει τις καρδιές και τα σώματά μας». Η Φεντερίκα Μοντσένυ (6), η αναρχική υπέρμαχος της γυναικείας ελευθερίας, επισκέφθηκε το σχολείο μας. Μας έδωσε σοκολάτες, ένα δώρο από τους γάλλους συνδικαλιστές και εμείς της δώσαμε τραγούδια και λουλούδια. Στην Καταλονία όπως και στην υπόλοιπη Ισπανία, η σύφιλη όπως και τα άλλα αφροδίσια νοσήματα ήταν μια κατάρα για την εργατική τάξη. Γυναίκες όλων των κοινωνικών τάξεων ήρθαν στις λέσχες της CNT-FAI να μάθουν πώς να αντιμετωπίσουν αυτό τον τρόμο που κατέστρεφε τη ζωή τόσων πολλών ανθρώπων και ειδικά των φτωχών. Η Εκκλησία είχε μεγάλη ευθύνη επειδή αγνόησε την άθλια κατάσταση των γυναικών που είχαν μολυνθεί από τους άντρες ή τους φίλους τους.


    Μέρος Β
    Όταν δεν ήμουν στο σχολείο, καθόμουν στο σπίτι. Οι γείτονες βρίσκονταν σε ετοιμότητα για τυχών επιθέσεις της φασιστικής «Πέμπτης Φάλαγγας» (7), ενώ υπήρχε και ο φόβος ότι οι κομμουνιστές θα εξαφάνιζαν μέλη του POUM (8) ή αναρχικούς. Στο σπίτι, στη μικρή εσωτερική αυλή, καλλιεργούσα γεράνια και είχα μια γάτα, τον Ραταπλάν, έναν πραγματικό αναρχικό. Όταν τελείωνα τα μαθήματά μου, παίζαμε μαζί. Η γάτα μου ήταν ατρόμητος εχθρός των ποντικών και των φασιστικών αεροπλάνων. Όταν άρχιζαν οι αεροπορικές επιδρομές, ο Ραταπλάν βάδιζε αγέρωχα και θυμωμένα στην αυλή κοιτώντας τα αεροπλάνα. Ήμουν τόσο περήφανος για τον Ραταπλάν μου, τον ηρωικό και «στιλάτο» απέναντι στο θάνατο. Η μητέρα μου, όταν επέστρεφε από την βάρδια της στην Τηλεφωνική Εταιρεία, άφηνε το τουφέκι, το πιστόλι και τα πυρομαχικά της στην κουζίνα. Αφού έκανε ένα μπάνιο βγαίναμε έξω. Επισκεπτόμασταν φίλους και ακούγαμε νέα από το μέτωπο της Μαδρίτης όπου πολεμούσε ο πατέρας. Το φαγητό ήταν επαρκές και κρατιόταν σε χαμηλές τιμές από τις αγροτικές κολεκτίβες που ενθαρρύνονταν να ανοίγουν αγορές στην Βαρκελώνη. Υπήρχε βέβαια και μουσική, η «εργατική κλασσική ορχήστρα», οργανωμένη από τον Pablo Casols. Θεατρικές παραστάσεις δίνονταν στα πάρκα, κυρίως με έργα κλασσικών Ισπανών συγγραφέων. Ο Τύπος προειδοποιούσε να αποφεύγουμε τους κινηματογράφους επειδή τα γερμανικά και ιταλικά βομβαρδιστικά είχαν χάρτες της Βαρκελώνης με λεπτομέρειες για τα θέατρα και τους κινηματογράφους. (...) Γνωρίζαμε τις προθέσεις των πολιτικών της Μαδρίτης να σταματήσουν την κολεκτιβοποίηση της οικονομίας στην Καταλωνία και στην Αραγωνία. Ο πατέρας μου ήταν θυμωμένος με την τάση της CNT να συμβιβάζεται και να στρέφει όλη την προσοχή της στον πόλεμο. Η αντιπαράθεση κατέληξε σε σύγκρουση. Η κυβέρνηση της Μαδρίτης και οι κομμουνιστές επέλεξαν τη βία. Εκατοντάδες ρώσοι πράκτορες της ΤΣΕΚΑ κατέκλυσαν την Καταλωνία. Άρχισαν δολοφονίες μελών του POUM και αναρχικών. «Κρυφές» φυλακές και νεκροταφεία ελέγχονταν από τους κομμουνιστές. Στις 3 Μαίου 1937 η κατάσταση έφτασε σε σημείο έκρηξης και ξέσπασαν οδομαχίες. Οι πολιτοφυλακές μας κινητοποιήθηκαν. Εγώ παρουσιάστηκα στην «παιδική ταξιαρχία» που μετέφερε μηνύματα, πυρομαχικά και «φύλαγε τσίλιες». Ο φίλος μου Coco Puig ήταν υπεύθυνος γα την μεταβίβαση μηνυμάτων από το επιτελείο της CNT-FAI στις μαχόμενες μονάδες. Η συμμαθήτρια μου Pilar Palou ήταν με τον πατέρα της που οπλισμένος με πολυβόλο ήταν στην φρουρά των γραφείων της SOLIDARIDAD OBRERA. Εμένα μου δώσανε μια σφυρίχτρα και με βάλανε παρατηρητή στο καμπαναριό μιας μισοκαμμένης εκκλησίας. Μπορούσα να ακούω πυκνή ανταλλαγή πυρών στις γύρω περιοχές, αλλά καμιά κίνηση δεν γινόταν προς το κτίριο της Τηλεφωνικής Εταιρείας που φρουρούσε η μητέρα μου. Η νύχτα ήταν κρύα. Είχα μια στρατιωτική κουβέρτα και ένα μάλλινο ναυτικό καπέλο. Ήρθε ένα κορίτσι και μου έφερε ψωμί, ζαμπόν και μπουκάλια με χυμό φράουλας. Είχε ένα περίστροφο. «Χρειάζεσαι όπλο;» με ρώτησε. «Ναι! Ένα πολυβόλο. Από εδώ μπορώ να καθαρίσω ολόκληρο σύνταγμα», απάντησα. Αυτή χαμογέλασε και κατέβηκε τις μαυρισμένες πέτρες της παλιάς εκκλησίας. Κατά τις τρεις το πρωί μασούλαγα το ψωμί με το ζαμπόν όταν είδα μεταλλικές αντανακλάσεις κάτω από το αδύνατο φως μιας λάμπας στο δρόμο. Η Guardia de Asalto (9) σκέφτηκα και ξανακοίταξα πιο προσεκτικά. Τώρα μπορούσα να δω πολίτες με ρώσικα πολυβόλα. Αντέδρασα σαν τρελός. Σφύριξα την σφυρίχτρα μου και κατέβηκα το καμπαναριό ουρλιάζοντας: «Έρχονται...στα όπλα... στα όπλα!», έψαχνα απεγνωσμένα για ένα όπλο. Μου είπαν να το βουλώσω και να καλυφτώ. Άντρες και γυναίκες άρχισαν μέσα στο σκοτάδι να πυροβολούν τις σκιές. Μια κοπέλα με ένα σακίδιο γεμάτο χειροβομβίδες γλίστρησε αθόρυβα έξω από την εκκλησία. Σύντομα ακούσαμε και είδαμε την αποτελεσματική δουλειά της. Γύρισε πίσω χαμογελώντας. Βρυχώμασταν από περηφάνια. Η φασαρία σκέπαζε τη φωνή μου, αλλά συνέχιζα να φωνάζω: «Θάνατος στους φασίστες». Ένας μεγαλόσωμος άντρας προσπάθησε να με ηρεμήσει δίνοντας μου ένα περίστροφο χωρίς σφαίρες. Εγώ όμως συνέχιζα να φωνάζω: «Μπανγκ-Μπανγκ... μπουμ... πάρτα μπάσταρδε». Από την άλλη μεριά του δρόμου στην Τηλεφωνική εταιρεία ακούγονταν συνεχείς πυροβολισμοί. Ένα μπαράζ από πυροβολισμούς τουφεκιών και πολυβόλων. Οι χειροβομβίδες έπεφταν σαν μεταλλική βροχή στους επιτιθέμενους. Αυτό κράτησε δύο μέρες. Μερικές μεραρχίες της CNT-FAI ήρθαν από το μέτωπο της Αραγωνίας για να μας βοηθήσουν. Η FIJL (ελευθεριακή νεολαία) γύρναγε με φορτηγά ολόκληρη τη Βαρκελώνη διανέμοντας όπλα και τρόφιμα. Οδοφράγματα είχαν υψωθεί στους δρόμους μέσα σε λίγες ώρες. Στην πλατεία Καταλονίας, κοντά στο ξενοδοχείο Colon γίνονταν γερές μάχες. Είχαμε προς το παρόν αποτρέψει την προσπάθεια των κομμουνιστών να πλήξουν την κολεκτιβοποίηση στην Καταλωνία και την Αραγωνία. Όταν επέστρεψα στο σπίτι ήμουν ένας «βετεράνος πολέμου». «Έκανα τιμημένα το καθήκον μου. Υπηρέτησα το λαό», εξήγησα στον Ραταπλάν. Η γάτα κάθισε με ενωμένα τα δύο μπροστινά της πόδια κοιτώντας... αλαζονικά και με κριτική διάθεση. Προφανώς επιβεβαίωνε την άποψή της για μένα: ήμουν τρελός όπως όλοι οι υπόλοιποι. Παρά το ότι τα γεγονότα του Μαΐου είχαν πλήξει τη CNT-FAI, το κίνημα της κολεκτιβοποίησης συνέχισε να αναπτύσσεται στην Καταλωνία και την Αραγωνία το 1937. Ήταν αποτέλεσμα πολλών χρόνων μελέτης, απο-δογματοποίησης, αλλά και της δύναμης του ένοπλου λαού. Είχα κρεμάσει δύο χάρτες στον τοίχο του δωματίου μου. Ένας της Ισπανίας και ένας ειδικότερα της Καταλονίας και της Αραγωνίας. Καρφίτσες με μικροσκοπικές μαυροκόκκινες σημαίες κάλυπταν τις περιοχές μας. Ενώ κίτρινες σημαιούλες υπήρχαν στις νότιες περιοχές που ελέγχονταν από τους φασίστες. Η μητέρα μου πενθούσε τη δολοφονία του Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα στη Γρανάδα από τους φασίστες. Η μητέρα είχε δουλέψει στα πρώτα χρόνια του θεατρικού θιάσου «La Careta» που είχε δημιουργήσει ο Λόρκα. Ο πατέρας μας επισκεπτόταν όποτε έπαιρνε άδεια ή τον καλούσε στη Βαρκελώνη η CNT-FAI. «Α, είναι τόσο καλά που είμαι εδώ. Υπάρχει ακόμα η χαρά μιας κοινωνίας ισότητας, ενός αισιόδοξου οράματος για το μέλλον. Στη Μαδρίτη υπάρχει μόνο στρατιωτικοποίηση, ίντριγκες και πολιτικαντισμοί. Αναθεματισμένοι πολιτικοί!», συνήθιζε να εξηγεί. Τα αισθήματα του πατέρα μου γι’ αυτό το κλίμα αλληλεγγύης και την πρόσκαιρη κατάργηση των ταξικών διαχωρισμών στη Βαρκελώνη, οφειλόταν στην ενεργητική πραγμάτωση του αναρχικού προγράμματος της κολεκτιβιστικής οικονομίας. Πολλά χρόνια αργότερα, ιστορικοί όπως ο Χιού Τόμας και ο Ρόναλντ Φρέηζερ σημείωναν πως η βιομηχανική παραγωγή της Καταλονίας, ελάχιστα έπεσε με το κολεκτιβοποιημένο σύστημα. Εκεί όμως που η κολεκτιβοποίηση υπήρξε περισσότερο πετυχημένη και δημιούργησε ένα πραγματικό κλίμα κοινωνικής δικαιοσύνης ήταν στην αγροτιά της Καταλονίας και της Αραγωνίας. Κυριολεκτικά εκατοντάδες χρόνια εκμετάλλευσης και αθλιότητας σβήστηκαν με την εξέγερση των ένοπλων αγροτών. Δεκάδες πόλεις και χωριά ήταν υπό τον έλεγχο των επιτροπών των αγροτών. Όταν οι παπάδες και οι τσιφλικάδες εκδιώχτηκαν ή εκτελέστηκαν, κάθε είδους πειραματισμός ξεκίνησε• σχέδια για μια νέα κοινωνία. Οι γάμοι καταγράφονταν μόνο από το ίδιο το ζευγάρι. Οι δήμαρχοι και οι ληξιαρχικοί υπάλληλοι σαν αντιπρόσωποι του κράτους εξαφανίστηκαν. Το χρήμα καταργήθηκε και σε πολλές περιπτώσεις καθιερώθηκε ένα είδος αποδείξεων, τοπικά «χρήματα του λαού» τα οποία γινόντουσαν δεκτά για την απόκτηση όλων των χρειαζούμενων. Στις πόλεις, παρά το ότι ο μισθός εξακολουθούσε να είναι το βασικό εισόδημα της Καταλανικής εργατικής τάξης, εντούτοις το επίπεδο ζωής υπερέβαινε αυτό το εισόδημα λόγω των πολλών κοινωνικών παροχών. (...) Στις 7 Νοεμβρίου 1936, η μετωπική επίθεση των φασιστών για την κατάληψη της Μαδρίτης είχε ηττηθεί. Μετακίνησα τις μαυροκόκκινες σημαιούλες μου δυο-τρεις ίντσες μακριά από τη Μαδρίτη. Οι «δημοκρατικοί» αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν αντεπίθεση, προς αποφυγή του κινδύνου να αποκόψουν οι φασίστες τη Μαδρίτη από την υπόλοιπη Ισπανία και ειδικά από την Βαλέντσια όπου στο μεταξύ είχε μεταφερθεί η έδρα της δημοκρατικής κυβέρνησης. Παρά το γεγονός ότι οι φασίστες είχαν απωθηθεί από τους δρόμους της Μαδρίτης, η πόλη βρισκόταν ακόμα σε κίνδυνο. Οι περισσότερες συνοικίες βρίσκονταν ακόμα στην ακτίνα πυρός του πυροβολικού του Φράνκο, ενώ ιταλικά και γερμανικά αεροπλάνα συνέχιζαν να βομβαρδίζουν τους πολίτες σχεδόν καθημερινά. Αποφασίστηκε η επίθεση στους φασίστες να γίνει στην περιοχή του αυτοκινητοδρόμου της Βαλέντσια. Συγκεκριμένα επιθέσεις ανατέθηκαν σε τάγματα στις περιοχές Casa de Campo και Jarama. Στο μεταξύ εθελοντές από πολλές χώρες είχαν τοποθετηθεί με τρόπο που να ενδυναμώνουν τους νεαρούς ισπανούς νεοσύλλεκτους και τις χωρίς εμπειρία εργατικές πολιτοφυλακές. Οι ευρωπαίοι εθελοντές είχαν στρατιωτική εμπειρία, ειδικά οι αυστριακοί, οι πολωνοί και οι γερμανοί. Αντιθέτως οι αμερικανοί μόλις τότε εκπαιδεύονταν. Ονομάζονταν «Τάγμα Λίνκολν» και ήταν υπό την διοίκηση του Ρόμπερτ Μέρριμαν, ενός νεαρού καθηγητή από το πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ. Στις 17 Φεβρουαρίου, ο Μέρριμαν ειδοποιήθηκε να είναι έτοιμος να μπει στη μάχη. Μόλις που είχε προλάβει να εκπαιδεύσει τους άντρες του πώς να χρησιμοποιούν τα όπλα τους. Ο καιρός ήταν άθλιος. Η βροχή μούσκευε τους εθελοντές και έκανε παγωνιά. Οι αμερικανοί πλησίασαν το μέτωπο με καμιόνια. Τους ανατέθηκε μαζί με τους βρετανούς και τους καναδούς να αντεπιτεθούν στους φασίστες. Επικεφαλής της επιχείρησης ήταν ο στρατηγός Gal και ο συνταγματάρχης Κόπιτς, δύο σοβιετικοί μισθοφόροι. Υποσχέθηκαν στο Μέρριμαν υποστήριξη με πυροβολικό, τανκς και την 24η ταξιαρχία του ισπανικού στρατού. Η υποστήριξη αυτή ποτέ δεν δόθηκε. Λίγους μήνες αργότερα ο πατέρας μου αφηγήθηκε τη συνομωσία που οι Καταλανοί κομμουνιστές είχαν στήσει ενάντια στους Αμερικανούς εθελοντές: «Σπίρτο έλα εδώ. Πρέπει να το μάθεις αυτό. Αχ, αυτά τα γενναία αγόρια. Επιτέθηκαν στον εχθρό. Όρμησαν με ξιφολόγχες και χειροβομβίδες. Αντιμετώπισαν το θάνατο τραγουδώντας τραγούδια λευτεριάς και πέθαναν με τις γροθιές τους υψωμένες σε μια τελευταία χειρονομία γενναιότητας, βέβαιοι για την τελική νίκη». Ο πατέρας μου γνώριζε το τίμημα αυτής της γενναιότητας. Από τους 450 αμερικανούς, οι 160 σκοτώθηκαν. Ο Μέρριμαν τραυματίστηκε, ενώ λίγους μήνες αργότερα «εξαφανίστηκε» στο μέτωπο της Αραγωνίας. Μερικά χρόνια αργότερα στη Γαλλία βρήκα μια συλλογή τραγουδιών του ισπανικού εμφυλίου. Ανάμεσα τους και ένα αμερικάνικο τραγούδι μνήμης για την Jarama: «Υπάρχει μια κοιλάδα στην Ισπανία που τη λένε Jarama, Είναι ένα μέρος που το ξέρουμε όλοι μας καλά, γιατί εκεί χάσαμε τη νιότη μας, αλλά και τις περισσότερες μέρες των γηρατειών μας»(10)

      Το Τελευταίο Μέρος -Κυκλοφόρησε σε ξεχωριστή μπροσούρα το 1996 από την εφημερίδα «Άλφα»

      Το Μάρτιο του ‘37, νέα επίθεση οργανώθηκε κατά της Μαδρίτης από τους ιταλούς φασίστες. Βάση της επίθεσης ήταν η Γκουανταλαχάρα, 25 μίλια από τη Μαδρίτη. Αυτή τη φορά οι φασίστες αντιμετώπισαν την 14η μεραρχία και άλλες δυνάμεις κρούσεις των «δημοκρατικών». Ο Cipriano Mera ήταν ο CNTίστας διοικητής του κεντρικού μετώπου. Ο Mera ήταν σπουδαίος οργανωτής και δύσπιστος απέναντι στις στρατιωτικές «αυθεντίες» και τα κόλπα των κομμουνιστών. Ανακοίνωσε πως οι άντρες του ήταν αυτοί που θα αποφάσιζαν τη στιγμή της επίθεσης. Ήθελε να αποφύγει μια σχεδιασμένη σφαγή σαν της Jarama. Όταν οι αναρχικοί είδαν τα ρώσικα τανκς και τους κομμουνιστές να προωθούνται, τότε μόνο εξαπέλυσαν μια ακαταμάχητη επίθέση που κατατρόπωσε τους ιταλούς. Πολλοί ιταλοί αντιφασίστες, αναρχικοί και σοσιαλιστές πολέμησαν στη Γκουανταλαχάρα. Ανάμεσα τους και ο Pietro Nenni, μελλοντικός ιταλός πρωθυπουργός. (...) Τον Ιούνιο του ‘37, η NKVD (πρόδρομος της KGB) μετέφερε τις δυνάμεις της στη Βαρκελώνη. Στις 16 Ιουνίου ο Andrea Nin (γραμματέας του POUM) συνελήφθη και μεταφέρθηκε σε μια μυστική φυλακή στη Μαδρίτη. Κατ’ εντολή του Στάλιν του ζητήθηκε να «ομολογήσει τα εγκλήματά του» καθώς και ότι ήταν πράκτορας των φασιστών. Βασανίσθηκε μέχρι θανάτου και το σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Μετά τον Nin, ολόκληρη σχεδόν η ηγεσία του POUM φυλακίσθηκε, εκτελέσθηκε ή εξορίστηκε. Ο Τζ. Όργουελ, μέλος των πολιτοφυλακών του POUM μόλις που γλίτωσε τη σύλληψη και διέφυγε από την Ισπανία. Το βιβλίο του «Φόρος τιμής στην Καταλονία» (11) ήταν ένα από τα πρώτα που κατήγγειλε το ρόλο των κομμουνιστών στην προδοσία της Ισπανικής επανάστασης. Το κύμα αγανάκτησης της CNT-FAI βοήθησε να κινητοποιηθούν οι πολιτοφυλακές, ο Τύπος και η διεθνής κοινή γνώμη ενάντια στα εγκλήματα που συνέβαιναν στην Καταλωνία. Μάθαμε για την δολοφονία του Camillo Berneri, ενός ιταλού αναρχικού φιλόσοφου, που τον συνέλαβαν σ’ ένα ξενοδοχείο και τον εκτέλεσαν στον υπόγειο σιδηρόδρομο κοντά στο La Cayetana. Λίγες μέρες αργότερα στην πλατεία Urquinaoa, δολοφονήθηκε ένα αγόρι, εγγονός του αναρχικού παιδαγωγού Φραντσίσκο Φερρέρ. Ένας φίλος του πατέρα μου, ο Ντομίνγκο Ασκάσο (αδελφός του διάσημου γκερριγέρο Πάκο Ασκάσο) δολοφονήθηκε στη φυλακή. Το πιο φρικτό όμως έγκλημα αυτών των ημερών ήταν η δολοφονία 30 μελών της FIJL. στο νεκροταφείο της Moncada, που τους έριξαν σ’ έναν ανοιχτό λάκκο. Η κεντρική κυβέρνηση που έδρευε στη Βαλέντσια δεν ήθελε απλώς να σταματήσει την κολεκτιβοποίηση, αλλά να ευθυγραμμιστεί με τις ντιρεκτίβες του Στάλιν για εξόντωση των τροτσκιστών. Ήταν μέρος του αντιτίμου για τη στρατιωτική βοήθεια που ο Στάλιν τους είχε δώσει. Επιπλέον τα αποθέματα χρυσού της Ισπανίας μεταφέρθηκαν στη Μόσχα. Οι πολιτοφυλακές καταργήθηκαν και πολλά τάγματα προσαρτήθηκαν στο «Λαϊκό Στρατό» (12). Γυναίκες δεν επιτρέπονταν πλέον στα πεδία της μάχης. Η μητέρα μου έμενε πια στο σπίτι και έκρυψε το τουφέκι, το πιστόλι και τα πυρομαχικά της. Η κυβέρνηση μεταφέρθηκε στη Βαρκελώνη στα τέλη του ‘37. Τον Μάρτη του ‘38 βομβαρδιζόταν από γερμανικά και ιταλικά αεροπλάνα. Παρ’ όλα αυτά, καθ’ όλη τη διάρκεια του ‘37-‘38, οι «δημοκρατικοί» εξακολουθούσαν να αντιμάχονται τις υπερτερούσες δυνάμεις του Φράνκο, των μαροκινών μισθοφόρων, των γερμανών και ιταλών φασιστών σε μια σειρά από μάχες: Brunete, Belchite, Teruel, στις οποί-ες αποδεκατίστηκε ο ανθός της ισπανικής εργατικής τάξης (13). Όλες οι επιθέσεις των «δημοκρατικών» σταματούσαν λόγω έλλειψης πολεμοφοδίων, αεροπλάνων, τανκς. Η τελευταία επίθεση των «δημοκρατικών» στον Ebro (14) κόστισε τη ζωή 18.000 φασιστών ανάμεσα στον Ιούλιο και το Σεπτέμβριο του ‘38. Όμως και αυτή η επίθεση απέτυχε λόγω έλλειψης στρατιωτικού υλικού. Οι δίκες της Μόσχας είχαν αρχίσει. Ο Χίτλερ και ο Στάλιν σύντομα θα επισφράγιζαν την φιλία τους με το σύμφωνο για τη μοιρασιά της Πολωνίας. Ο Νεγκρίν αποφάσισε να κατευνάσει τις δυτικές δημοκρατίες απομακρύνοντας τις Διεθνείς Ταξιαρχίες από την Ισπανία. Ήλπιζε πως αυτό θα σταματούσε και την παρέμβαση Γερμανίας και Ιταλίας. Η Βαρκελώνη πρόσφερε έναν συναισθηματικό αποχαιρετισμό στους Διεθνιστές. Στις 15 Νοέμβρη 1938, με μια τελευταία παρέλαση στους δρόμους της Βαρκελώνης, εθελοντές από πολλά έθνη έφυγαν από την Ισπανία. Όχι όμως όλοι. Περίπου 6.000 Γερμανοί, Αυστριακοί και Τσέχοι και άλλοι που δεν μπορούσαν να γυρίσουν στην χώρα τους, έμειναν για να πεθάνουν στη Βαρκελώνη. Είχα γράψει τότε στο ημερολόγιο μου: «Σήμερα πήγα να πω αντίο στις Διεθνείς Ταξιαρχίες. Τοyς έριξα γεράνια. Πήγαμε μαζί με την Libertad». Η Libertad ήταν φίλη μου. Μοιραζόμασταν το πάθος για το σινεμά και την τζαζ. Ικανοποιούσαμε το πάθος μας με γαλλικές ταινίες και ακούγοντας στο ραδιόφωνο Λούις Άρμστρονγκ και Ντιούκ ‘Ελλινγκτον. Ακόμα μαζεύαμε δίσκους. Είχαμε συγκεντρώσει περίπου εκατό δίσκους των 78 στροφών. Αντιθέτως, οι γονείς μου προτιμούσαν τον Στραβίνσκι και συχνά μου ζητούσαν να χαμηλώσω την μουσική μου. Έχασα κάθε ενδιαφέρον για την πολεμική σύγκρουση όταν πια συνειδητοποίησα πως η επανάσταση είχε χαθεί. Δίπλωσα τους χάρτες μου και τους αντικατέστησα με φωτογραφίες από τζαζίστες, αλλά και δικές μου με την Libertad. Ο παιδικός σταθμός που πήγαινα είχε γίνει πια ένα καταφύγιο για πολλές ενήλικες που ήταν αηδιασμένες με την καταπίεση που επικρατούσε στη Βαρκελώνη και που ήθελαν να αφιερώσουν χρόνο στην οικογένειά τους. Η μητέρα μου ασχολιόταν σοβαρά με τις θεατρικές δραστηριότητες του κέντρου. Ο πατέρας μου μετατέθηκε στο μέτωπο της Αραγωνίας, σε μια μάλλον ήσυχη περιοχή όπου σε λίγο όμως θα ξεσπούσε η τελική επίθεση του στρατηγού Yague, του φανατικού καθολικού συμμάχου του Φράνκο. Η Βαρκελώνη, η πόλη μου, θα έπεφτε στους φασίστες στα τέλη Ιανουαρίου 1939. Η εκδίκησή τους στην Καταλωνία ήταν τρομερή. Στην πρώτη βδομάδα της κατάληψης της οι φασίστες εκτέλεσαν 10.000 άνδρες και γυναίκες. Οι περισσότεροι αναρχικοί. Οι γονείς μου είχαν αποφασίσει να διαφύγουμε στη Γαλλία και από εκεί στη Λατινική Αμερική, όπου είχαμε συγγενείς. Κι άλλοι αναρχικοί που βρίσκονταν στις «λίστες θανάτου» του Φράνκο, αλλά και των κομμουνιστών, συμφώνησαν σε ένα σχέδιο απόδρασης. Πολλά παιδιά είχαν σταλεί στη Σουηδία. Κανείς όμως από το κέντρο μας δεν ήθελε να στείλει τα παιδιά του στη Σοβιετική Ένωση. Οι γονείς μου, μου είχαν πει: «Θα μείνουμε μαζί. Μέχρι το τέλος, θα ζήσουμε ή θα πεθάνουμε, αλλά θα μείνουμε μαζί!». Η «Πέμπτη Φάλαγγα», αυτοκίνητα με οπλισμένους φασίστες άρχισαν να γυρίζουν στη Βαρκελώνη, να πυροβολούν ανθρώπους και να επιτίθονται σε συνδικάτα και αριστερές εφημερίδες. Οι παπάδες ξαναφάνηκαν γύρω από τη Βαρκελώνη. Στα μέσα του Ιανουαρίου του ‘39, οι γονείς μου με τους φίλους τους κατάφεραν να βρουν δύο φορτηγά. Όλοι ήταν οπλισμένοι. Η μητέρα μου είχε το παλιό πιστόλι της. Αφήσαμε μέσα στο σκοτάδι πίσω μας τη Βαρκελώνη με μεγάλη ταχύτητα. Από μακριά ακούγαμε το σαματά του πυροβολικού. Σε κάθε στροφή του δρόμου συναντούσαμε ανθρώπους που μετακινούνταν προς τη Γαλλία. Τα φορτηγά σκαρφάλωναν τα Πυρηναία αργά και με μεγάλη δυσκολία. Ο δρόμος ήταν παγωμένος και γλιστρούσε. Περπατήσαμε το τελευταίο δύσκολο κομμάτι του ταξιδιού μέχρι τα γαλλικά σύνορα. Η Ισπανία βρισκόταν πια πίσω μας. (...) Επέστρεφα στη Γαλλία από τη Λατινική Αμερική μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο για να παρακολουθήσω το πανεπιστήμιο. Συνάντησα ξανά την Libertad. Είχαμε επιβιώσει. Επέστρεψα στην Καταλωνία τον Ιούλιο του 1986. Ήταν η 50η επέτειος της επανάστασης. Η Βαρκελώνη είχε αλλάξει. Ο διαβόητος δήμαρχος Jose Maria de Porcioles, ένας «τσάτσος» του Φράνκο που προφανώς μισούσε την Καταλωνία, είχε καταστρέψει τις πιο ενδιαφέρουσες όψεις της πόλης και άφησε ελεύθερους τους επενδυτές από την Μαδρίτη να κατασκευάσουν «μοντέρνα» κτήρια χωρίς προσωπικότητα και κομψότητα, αλλά με πολύ απληστία. Εργατικές συνοικίες με θλιβερές, γκρίζες πολυκατοικίες είχαν κτισθεί. Ο Φράνκο είχε καταφέρει να υποβιβάσει τη Βαρκελώνη. Το σπίτι μας ήταν λίγο-πολύ άθικτο, αλλά ο δρόμος μας ήταν γεμάτος τσοντάδικα και μπαρ. Αυτοκίνητα ήταν παρκαρισμένα σε χαοτικά συμπλέγματα σε κάθε πεζοδρόμιο. Οι βετεράνοι του «Τάγματος Λίνκολν» επισκέφθηκαν μερικά πεδία μαχών. Συνάντησα τον Στηβ Νύλσον, τον διοικητή της δεξιάς πτέρυγας της επίθεσης στο Brunete. Με ένα κλιματιζόμενο πούλμαν πήγαμε στην πόλη. Ήταν μια καυτή και στεγνή καλοκαιριάτικη μέρα. Το Brunete είχε τώρα ένα καινούργιο αυτοκινητόδρομο και αυτοκίνητα με ευρωπαίους τουρίστες έτρεχαν με μεγάλη ταχύτητα. Ο Στηβ με οδήγησε στους δρόμους όπου έγιναν οι σκληρότερες μάχες και εκατοντάδες άντρες είχαν πέσει σε μια σώμα με σώμα μάχη. Ο Στηβ μου έδειξε μια αλάνα κοντά σ’ έναν παλιό τοίχο: «Εκεί πέθανε ο Oliver Law». Ήταν λοχαγός του τάγματος, ο πρώτος μαύρος αμερικανός που οδήγησε λευκούς συμπατριώτες του σε μάχη. Κάτσαμε σ’ ένα καφέ και μιλάγαμε για την Αμερική όταν ξαφνικά ο Στηβ είπε: «Εσείς οι αναρχικοί ήσασταν τόσο γεμάτοι φλόγα, γεμάτοι πάθος. Είχατε μια τόσο σπάνια ευγένεια. Μου πήρε δύο χρόνια σε μια φυλακή, τις εξομολογήσεις του Χρουτσώφ και μια σπασμένη καρδιά προτού επιτέλους αφήσω το Κομμουνιστικό Κόμμα. Α, η Ισπανία όμως... η Βαρκελώνη... η CNT-FAI,.αυτή ήταν ζωή. Ο ρομαντισμός της νιότης μου. Τίποτα δεν τον άγγιξε ποτέ. Δεν θα ‘θελα να τα έχω χάσει όλα αυτά, για τίποτα στον κόσμο!». 
      ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 1. Ριζοσπαστικό κίνημα αγροτών sτην Αμερική του μεσοπολέμου. 2. Η τοπική Καταλανική κυβέρνηση. 3. Στην Ισπανία του ‘36 είχε καθιερωθεί για πρώτη φορά μια «εναλλακτική θητεία». 4.Εκτεταμένο εκπαιδευτικό πείραμα που ξεκίνησε ο αναρχικός δάσκαλος Φραντσίσκο Φερρέρ. Εκατοντάδες σχολεία «Φερρέρ» είχαν ανοίξει από την δεκαετία του ‘20 σ’ όλη την Ισπανία, χρηματοδοτούμενα από την ΨΝΤ. 5. Τα «τσικό» των κομμουνιστικών νεολαίων. 6. Αναρχική αγωνίστρια και μια από τους «αναρχικούς υπουργούς» της «δη-μοκρατικής κυβέρνησης». 7. Εκτός από τις 4 φασιστικές φάλαγγες που υπήρχαν στα πολεμικά μέτωπα, ο Φράνκο δήλωνε πως είχε και μια μυστική «Πέμπτη φάλαγγα» στις περιοχές που ελέγχονταν από τους «δημοκρατικούς». 8. Αιρετικό επαναστατικό μαρξιστικό κόμμα. 9. Οι σταλινικές ομάδες κρούσης. 10. Εδώ θα ανοιχτεί μια αρκετά μεγάλη παρένθεση πάνω σε μια σχετικά άγνωστη σελίδα του ελληνικού κοινωνικού-επαναστατικού κινήματος. Αναφέρομαι στην ιστορία των ελλήνων εθελοντών που πολέμησαν στην Ισπανική επανάσταση μέσα από τις γραμμές των «Διεθνών Ταξιαρχιών». Τουλάχιστον 213 Έλληνες ταξίδεψαν στην Ισπανία και πολέμησαν ενάντια στο φασισμό και για την κοινωνική επανάσταση. Απ’ αυτούς τους 213, υπάρχουν 58 γνωστοί νεκροί. Για την διατήρηση της επαναστατικής ιστορικής μνήμης αναφέρω τους 7 Έλληνες που έπεσαν μαζί με τους συντρόφους τους από άλλες χώρες στην μάχη της Jarama: Σταύρος Βασιλειάδης. Καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Παναγιώτης Κατσαρώνας από τη Λάρνακα της Κύπρου, μετανάστης στην Αμερική. Γιώργος Καράτζαλης από το Γύθειο, μετανάστης και μέλος του Κ.Κ. Αμερικής. Φίλιππος Παππάς από τη Ν.Υόρκη (σκοτώθηκε 19 χρονών, στις 24-2-37). Νίκος Περδίκος, 28 χρονών από την Κύπρο. Γιάννης Τσιρώνης από την Κρήτη, μετανάστης και μέλος του Κ.Κ. Αμερικής. Γιάννης Τζόνσον, μετανάστης στη Φιλαδέλφεια των ΕΠΑ. 11. Εκδ. «Ελεύθερος Τύπος». 12. Συγκλονιστικό ντοκουμέντο για τη διάλυση των πολιτοφυλακών είναι η μπροσούρα «Διαμαρτυρία ενώπιον των ελευθεριακών του παρόντος και του μέλλοντος για τους συμβιβασμούς του ‘37» (Εκδ. «Ελεύθερος Τύπος»). 13. Πολλοί Έλληνες εθελοντές σκοτώθηκαν και σε αυτές τις μάχες. Συγκεκριμένα: Στο Brunete: Γιάννης Σιάγκας, 22 χρονών, μετανάστης στην Αμερική. Αχιλλέας Κανάρης, εργάτης από τη Λευκωσία. Δημήτρης Ραπίτης από την Χίο, ναυτεργάτης και μέλος του ΚΚΕ. Οι περισσότεροι νεκροί όμως υπήρχαν στο Belchite: Παναγιώτης Ανθηρός. Αιχμαλωτίστηκε και εκτελέστηκε. Γιώργος Γεωργιάδης, ναυτεργάτης. Στο μέτωπο υπηρέτησε ως νοσοκόμος. Μήτσος Κατσικιώτης, καπνεργάτης συνδικαλιστής από το Αγρίνιο. Γιάννης Καράβολας, ναυτεργάτης. Σκοτώθηκε σε πολύ μικρή ηλικία (μικρότερος από 20 χρονών). Νίκος Κυπριωτάκης, ναυτεργάτης. Γιώργος Κουζής, ναυτεργάτης. Χρήστος Μωρτάκης από την Κύπρο. Χρήστος Μούγιαννης, ναυτεργάτης από την Ικαρία. Δημήτρης Νικολάου από την Κύπρο. Σκοτώθηκε 19 χρονών. Λουκάς Ορφανίδης από την Λευκωσία. Σκοτώθηκε 23 χρονών. Βασίλης Πατίχης, κύπριος μετανάστης στην Αμερική. Σπύρος Παντελίδης από την Κύπρο. Αιχμαλωτίστηκε και εκτελέστηκε. Γιώργος Πανελής. Κύπριος μετανάστης στην Αμερική. Γιάννης Παντελιάς, ξυλουργός από την Αθήνα και μέλος του ΚΚΕ. Κώστας Ρωμάντης, ναυτεργάτης. Κυριάκος Στεφόπουλος, σιδηροδρομικός από τον Πειραιά, μέλος του ΚΚΕ. Μανόλης Φωτεινάκης από την Κρήτη. Χρήστος Χριστοδούλου, κύπριος μετανάστης στην Αμερική. Στο Teruel σκοτώθηκε ο Ηλίας Αργίτης από τις Σπέτσες. 14. Στην μάχη του Ebro σκοτώθηκε ο Νίκος Κουρκουλιώτης, ναυτεργάτης από τη Χαλκιδική. Τελειώνοντας τις αναφορές για τους Έλληνες διεθνιστές που πολέμησαν στην Ισπανία, να πω πως οι περισσότεροι ήταν ενταγμένοι στον ελληνικό λόχο του βαλκανικού τάγματος «Δημητρώφ». Υπάρχει ένας τουλάχιστον γνωστός έλληνας αναρχικός, που πολέμησε στην Ισπανία, ο ναυτεργάτης από την Χίο, Λεωνίδας Σπλίνης. Ο Δημήτρης Παλαιολολόπουλος στο βιβλίο του «Έλληνες αντιφασίστες εθελοντές στον Ισπανικό εμφύλιο» (Εκδ. Φιλιππότη) αναφέρει πως ο Σπλίνης συμμετείχε σε ομάδα κι άλλων Ελλήνων αναρχικών που πολέμησαν στην Καταλωνία. Τέλος, μαζί με τους αναρχικούς πολέμησε στις μάχες του Μάη του ‘37 στην Βαρκελώνη ενάντια στους σταλινικούς, ο Δημήτρης Γιωτόπουλος, αρχειομαρξιστής από τη Λαμία. (πατέρας του έγκλειστου, μέλους, κατά τις αρχές,  Ε.Ο 17 Νοέμβρη.) 

      Αναδημοσίευση από : Athens Indymedia

      Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

      Επιστολή Ρούπα για την σύλληψη του σ. Νίκου Μαζιώτη

      Το απόγευμα της Παρασκευής 8-8-2014 το Athens Indymedia, δημοσίευσε επιστολή της συντρόφου του Νίκου Μαζίωτη, της κοινωνικής αγωνίστριας Πόλας Ρούπα.



      Στις 16 Ιουνίου ο σύντροφος Νίκος Μαζιώτης, μέλος του Επαναστατικού Αγώνα, πέφτει
      αιμόφυρτος από σφαίρα μπάτσου, ύστερα από λυσσαλέα καταδίωξη που εξαπέλυσαν τα ένοπλα
      σκυλιά του καθεστώτος. Ο σύντροφος δίνει τη μάχη του ενάντια στους μπάτσους που τον
      κυνηγούσαν. Ο κρατικός μηχανισμός σύσσωμος πανηγυρίζει για τη σύλληψη του “υπ αριθμόν 1
      καταζητούμενου” στη χώρα. Το ίδιο και ο εγκληματίας και πραγματικός αρχιτρομοκράτης Σαμαράς που με την κυβέρνησή του πήρε τα ηνία από τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις στην εκστρατεία της μεγαλύτερης κοινωνικής γενοκτονίας που έχει γίνει στη χώρα σε καιρό “ειρήνης”.
      Ο Σαμαράς χρησιμοποιεί τη σύλληψη του Μαζιώτη ως εργαλείο για την σταθεροποίηση της
      παραπαίουσας κυβέρνησής του, για την στήριξη ενός πολιτικού και οικονομικού καθεστώτος με
      σαθρά θεμέλια, που έχει εδώ και χρόνια απαξιωθεί στις κοινωνικές συνειδήσεις.
      Η σύλληψη ενός επαναστάτη του πολιτικού βεληνεκούς του Νίκου Μαζιώτη είναι για το πολιτικό
      και οικονομικό καθεστώς όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και διεθνώς, μια “σημαντική επιτυχία”, όπως εκφράστηκε από το αμερικάνικο κράτος. Και αυτό γιατί η σύλληψη του συντρόφου αναγνωρίζεται από τους εχθρούς μας ως ένα πλήγμα στον αγώνα για την καθεστωτική ανατροπή, ως ένα πλήγμα
      στον αγώνα για την απελευθέρωση από τον ζυγό του καπιταλισμού και του κράτους, ως ένα
      πλήγμα στον αγώνα για την κοινωνική Επανάσταση. Το μέγεθος της απειλής που αντιπροσωπεύει ο Μαζιώτης για το καθεστώς αντανακλούν οι υψηλοί τόνοι των εμετικών πανηγυρισμών της
      εγχώριας και ξένης πολιτικής εξουσίας. Γιατί ο σύντροφος και η οργάνωση στην οποία ανήκει, ο
      Επαναστατικός Αγώνας, συνδέεται άρρηκτα με την ίδια τη συστημική πολιτική αποσταθεροποίηση, με την υπονόμευση ενός σάπιου καθεστώτος. Συνδέεται με τον συνεπή πόλεμο ενάντια στην κυριαρχία και την σύγχρονη βαρβαρότητα. Συνδέεται με τον αγώνα για την ανατροπή του κράτους και του καπιταλισμού, συνδέεται με την ίδια την κοινωνική Επανάσταση. Ο σύντροφος Νίκος Μαζιώτης ήταν και παραμένει ταγμένος στην Επανάσταση. Γι αυτό αγωνίστηκε, γι' αυτό αγωνίζεται, γι' αυτό τον ανέδειξαν σε νούμερο ένα κίνδυνο για το καθεστώς. Και η πολιτική βαρύτητα της υπόθεσης αυτής οφείλει να είναι η κυριότερη παράμετρος για την αλληλεγγύη στον σύντροφο.
      Αυτή τη στιγμή ο Μαζιώτης είναι αιχμάλωτος του κοινωνικού και ταξικού πολέμου. Δεν είναι
      δίκαιο να είναι αυτός στη φυλακή. Δίκαιο είναι να είναι ελεύθερος και να αγωνίζεται για την
      κοινωνική Επανάσταση. Δίκαιο θα ήταν να είναι αλυσοδέσμιοι στη θέση του και να δικάζονται στα λαϊκά δικαστήρια αυτοί που ευθύνονται για την κατάντια του ελληνικού λαού, αυτοί που ψήφισαν και εφαρμόζουν τα μνημόνια. Θα έπρεπε να είναι η οικονομική ελίτ, οι πλούσιοι που πίνουν το αίμα των προλετάριων, η πολιτική ελίτ και οι υπηρέτες της. Δίκαιο θα ήταν να είναι αλυσοδέσμιοι οι Σαμαράς, Βενιζέλος, Παπανδρέου, Παπαδήμος και οι εγκληματικές οργανώσεις τους, οι τροϊκανοί και οι ηγήτορες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα ντόπια και ξένα αφεντικά που για τα οικονομικά τους συμφέροντα ρημάζεται ο τόπος και οι άνθρωποι που ζουν σε αυτόν. Αυτοί είναι οι πραγματικοί τρομοκράτες και ληστές. Αυτοί είναι οι στυγνοί εγκληματίες και δολοφόνοι.
      Τους πανηγυρισμούς της σύλληψης συνόδευσαν οι αναμενόμενες επιθέσεις της κρατικής
      προπαγάνδας που αναπαρήγαγαν και σε μεγάλο βαθμό δημιούργησαν τα φερέφωνα της εξουσίας,
      τα ΜΜΕ. Επιθέσεις που επιχείρησαν να αμαυρώσουν τον επαναστατικό χαρακτήρα του συντρόφουκαι που ως σημαία χρησιμοποίησαν τη συμπλοκή στο Μοναστηράκι, στην οποία ο σύντροφος παρουσιάζεται ως “αδίστακτος πιστολέρο” που πυροβολεί αδιακρίτως ενώ οι μπάτσοι “πασχίζουν να τον ακινητοποιήσουν” χωρίς τη χρήση όπλων. Μόνο μια σφαίρα, υποτίθεται, έπεσε από τους μπάτσους και αυτή για να “ακινητοποιήσει” τον σύντροφο. Τι εμετικοί ψεύτες και πόσο υποκριτές είναι τόσο οι κρατικοί μηχανισμοί, όσο και οι οσφυοκάμπτες του καθεστώτος στα δελτία ειδήσεων!
      “Πυροβολούσε μέσα στον κόσμο”. Ποιος επέλεξε το σημείο της μάχης αυτής; Ποιος ξεκίνησε την καταδίωξη; Μήπως θα έπρεπε να πετάξει το όπλο και να παραδοθεί αμαχητί;
      Οι μπάτσοι συνειδητά επέλεξαν να διεξάγουν μια ένοπλη σύγκρουση σε ένα μέρος γεμάτο κόσμο. Ο σύντροφος ήταν υποχρεωμένος να αμυνθεί. Και αφού εξαφάνισαν τάχιστα από τη δημοσιότητα
      τον έναν τουρίστα που δήλωσε ότι πυροβολήθηκε από μπάτσο, δήλωναν ξανά και ξανά μέσω των
      ΜΜΕ ότι μόνο μια σφαίρα έριξαν, ενώ ο σύντροφος οχτώ. Μα μόνο και μόνο με την υποψία ότι
      αυτός που κυνηγούσαν μπορεί να ήταν ο Μαζιώτης, θα έριχναν ακόμη και με αυτόματα
      προκειμένου να μην τους φύγει. Γιατί το διακύβευμα για αυτούς ήταν μεγάλης πολιτικής σημασίας και διόλου δεν τους ενδιέφερε αν η επιχείρηση γινόταν ανάμεσα σε δεκάδες κόσμου, ακόμα και αν σκοτωνόταν κάποιος. Εξάλλου στον σύντροφο θα το ρίχνανε. Ποιος θα μπορούσε να τους διαψεύσει;
      Όσον αφορά τις γελοιότητες ότι τον είχαν εντοπίσει από τις προηγούμενες μέρες, αυτές ειπώθηκαν μέσα στα πλαίσια της κρατικής προπαγάνδας για να μην παραδεχτούν ότι πρόκειται απλώς για ένα τυχαίο συμβάν. Και αυτό φαίνεται και από τις αντιφατικές αναφορές τους. Τη μια δηλώνουν ότι τον αναγνώρισε ασφαλίτισσα λίγο πριν την συμπλοκή. Την άλλη ότι τον είχε αναγνωρίσει πρώην ασφαλίτης προηγούμενες μέρες σε κάποιο σταθμό του μετρό. Αν ήταν αλήθεια ότι τον είχαν εντοπίσει τις προηγούμενες μέρες, θα μας είχαν συλλάβει. Μια ρουφιάνα και μια ατυχία σήμαναν την αρχή της καταδίωξης. Αλλά δεν μπορούσαν, φυσικά, να παραδεχτούν ότι η καταδίωξη ξεκίνησε τυχαία. Όλη η προπαγάνδα περί εντοπισμού του έγινε για να δηλωθεί δημοσίως ότι οι κατασταλτικοί μηχανισμοί και ειδικά η “αντιτρομοκρατική” παράγει έργο και ότι είναι αποτελεσματική. Μόνο που αυτό απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Όλο το προηγούμενο διάστημα είμαστε συνεχώς ανάμεσά τους. Κινούμαστε παντού. Περνούσαμε δίπλα τους. Τους βλέπαμε και δεν μας έβλεπαν.
      Αφού ο σύντροφός μου συλλαμβάνεται, εγώ γίνομαι η “νούμερο ένα καταζητούμενη”. Εγώ και το παιδί μου, για το οποίο οι αχυράνθρωποι του καθεστώτος στα ΜΜΕ με περίσσια χυδαιότητα
      “πληροφορούν” για πλήθος στοιχείων του και παράλληλα με μια εμετική υποκρισία επιβραβεύουν τους διωκτικούς μηχανισμούς για την “ευαισθησία” τους που δεν έβγαλαν στη δημοσιότητα
      φωτογραφία που διαθέτουν. Μόνο που τώρα με ό,τι στοιχείο έχουν στα χέρια τους οι μπάτσοι, θα
      οργώνουν τη χώρα αναζητώντας το. Κατά τ' άλλα δεν είναι καταζητούμενο. Και όπως είχε δηλώσει παλιότερα με περίσσιο θράσος μια επαίσχυντη μπατσοδημοσιογράφος, μέσω του παιδιού ευελπιστούν να μας πιάσουν. Τώρα μέσω του παιδιού ευελπιστούν να πιάσουν εμένα.
      Τον σύντροφό μου τον έχουν βαριά τραυματισμένο στα χέρια τους. Η εκδικητικότητά τους ήταν
      αναμενόμενη. Δεν τους φτάνει που έχουν τον Μαζιώτη με διαλυμένο χέρι από σφαίρα, με την
      κατάσταση της υγείας του να είναι σοβαρή, και ενώ έχει δημοσιοποιηθεί η ανάγκη για στενή
      ιατρική παρακολούθηση και για νέες χειρουργικές επεμβάσεις, τον υποχρέωσαν σε εκδικητική
      μεταγωγή σε μια φυλακή που είναι γνωστό ότι δεν διαθέτει γιατρούς ούτε για τις στοιχειώδεις
      ιατρικές ανάγκες των κρατουμένων. Και είναι βέβαιο ότι από αυτή τη μεταγωγή και μόνο η
      κατάστασή του έχει επιδεινωθεί. Γνωρίζω από πρώτο χέρι σε τι είδους μεταγωγές επιβάλουν τους ένοπλους αγωνιστές. Όταν με υποχρέωσαν έγκυο σε μεταγωγή, κατέληξα σε νοσοκομείο με
      αιμορραγία και υποχρεώθηκα να μείνω κλινήρης για να μην αποβάλω. Είναι προφανές ότι
      φοβούνται. Έχουν τον σύντροφο στα χέρια τους με διαλυμένο χέρι και εξακολουθούν να
      φοβούνται.
      Όσον αφορά εμένα, σοβαρά, περιμένανε και περιμένουν να παραδοθώ; Δεν θα τους κάνω τη χάρη.
      Ας έρθουν να με πιάσουν. Στην πραγματικότητα οι διώκτες μου δεν το πιστεύουν. Γι' αυτό και
      εισέβαλαν στο σπίτι της οικογένειάς μου, έκαναν έρευνα και ανέκριναν τη μητέρα μου και την
      αδελφή μου αναζητώντας ματαίως κάποιο στοιχείο. Οι δηλώσεις τους μέσω των ΜΜΕ ότι
      βρίσκομαι σε δύσκολη θέση και μπορεί να παραδοθώ, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ύστατη προσπάθεια πίεσης. Οι διώκτες μου με γνωρίζουν. Με γνώρισαν στις 10 του Απρίλη το 2010 όταν με είχαν έγκυο στα χέρια τους, προσπαθούσαν με γελοιότητες να με τρομοκρατήσουν, δεν τους έλεγα ούτε καν το όνομά μου και το μόνο που εισέπραξαν ήταν φτύσιμο. Γνωρίζουν την πολιτική μου στάση το διάστημα που ήμουν φυλακισμένη, γνωρίζουν την πολιτική στάση που κράτησα όλο το διάστημα της δίκης. Ήμουν, είμαι και θα είμαι μέλος του Επαναστατικού Αγώνα. Αν νομίζουν ότι θα με λυγίσουν, είναι πολύ γελασμένοι.
      Η σύλληψη του συντρόφου μας ήταν ένα πλήγμα. Ο σύντροφός μας Λάμπρος Φούντας με το αίμα του έβαψε τα στενά στην Δάφνη και ο Νίκος Μαζιώτης στο Μοναστηράκι. Ο Επαναστατικός
      Αγώνας έχει δώσει το αίμα του για την υπόθεση της κοινωνικής Επανάστασης. Όμως δεν θα πουν
      οι εχθροί μας την τελευταία λέξη.
      Το πεδίο για τον Επαναστατικό Αγώνα είναι ανοιχτό. Το κοινωνικό πεδίο είναι το δικό μας πεδίο,
      όχι το δικό τους. Για τους εχθρούς μας είναι ένα πεδίο εχθρικό, άγριο και μόνο με τη βία μπορούν να το ελέγξουν. Κράτος και κεφάλαιο λεηλατούν, τρομοκρατούν, δολοφονούν καθημερινά,
      εξοντώνουν για τη σωτηρία του καθεστώτος. Κατακρεουργούν εκατομμύρια περιττούς για την
      αναπαραγωγή του καπιταλισμού ανθρώπους στο όνομα της “εκκαθάρισης του συστήματος από τη
      σαπίλα”. Και παράλληλα βομβαρδίζουν την κοινωνία με ηλίθιες ιστορίες “οικονομικής
      ανάκαμψης” και “διεξόδου της χώρας από το τούνελ της κρίσης”. Ιστορίες που κάνουν να γελούν,
      αλλά και να αγανακτούν οι φτωχοί, οι πεινασμένοι, οι κολασμένοι αυτής της χώρας.
      Στις 16 Ιουλίου στο Μοναστηράκι έγινε μια μάχη. Μια μάχη άνιση, ανάμεσα σε έναν επαναστάτη
      και δεκάδες ένοπλα σκυλιά του κράτους. Μια μάχη τόσο άνιση όσο είναι αυτή την ιστορική
      περίοδο ο ίδιος ο αγώνας για την Επανάσταση. Ένας αγώνας ανάμεσα σε λίγους επαναστάτες και
      έναν πάνοπλο και πολυάριθμο μηχανισμό. Μόνο που αυτός ο αγώνας, ο επαναστατικός αγώνας, δεν είναι ζήτημα αριθμητικής. Είναι μια υπόθεση ψυχής. Είναι μια υπόθεση πίστης στο επαναστατικό δίκιο. Μια υπόθεση πίστης στην Επανάσταση. Να πολεμάς ενάντια σε ένα σύστημα δολοφονικό, εκ φύσεως εγκληματικό που αναπαράγεται μέσω της εκμετάλλευσης, της καταπίεσης, ακόμα και της φυσικής εξόντωσης ανθρώπων. Που αναπαράγεται με τη βία. Τη βία της οικονομικής πολιτικής, τη βία που ασκεί η οικονομική και πολιτική ελίτ για να κρατά ζωντανό το σάπιο καπιταλιστικό σύστημα, για να διαφυλάξει τα συμφέροντά της, για να συνεχίσει να δυναστεύει. Τα αποτελέσματα αυτής της βίας τα ζούμε όλοι μας τα τελευταία τέσσερα χρόνια που η χώρα βυθίστηκε στη δίνη της κρίσης, με τα εκατομμύρια των ανέργων και των περιστασιακά εργαζόμενων, με τους μισθούς πείνας, με τη μετατροπή της εργασίας σε δουλεμπόριο, με τις χειρότερες συνθήκες μισθωτής σκλαβιάς που έχουν ζήσει ποτέ οι άνθρωποι σε αυτή τη χώρα. Τα αποτελέσματα αυτής της βίας που δολοφονεί τα είδαμε και τα βλέπουμε στους πεινασμένους, τα υποσιτισμένα παιδιά, σε όσους λιμοκτονούν, αρρωσταίνουν, πεθαίνουν, στις διαρκώς αυξανόμενες αυτοκτονίες. Τα βλέπουμε στους κάδους των σκουπιδιών που άνθρωποι ποντίκια με τσακισμένη αξιοπρέπεια βουτούν για ένα κομμάτι ψωμί. Αυτή η “καλυμμένη” βία του συστήματος εν μέσω συστημικής κρίσης έχει μετατραπεί σε όπλο μαζικής καταστροφής.
      Είναι πέρα για πέρα δίκαιο να πολεμάς την αδικία. Να πολεμάς ένα σύστημα που με την ωμή βία
      των κατασταλτικών μηχανισμών φυλακίζει, ξυλοκοπά, δολοφονεί ανθρώπους δεύτερης κατηγορίας για την εμπέδωση της τάξης, είτε πρόκειται για αντιστεκόμενους, απεργούς και διαδηλωτές είτε πρόκειται για εξαθλιωμένους μετανάστες. Που φτιάχνει μπουντρούμια “υψίστης ασφαλείας” με κύριο σκοπό να εξοντώσει πολιτικά, ηθικά, ψυχολογικά, ακόμα και σωματικά τους ένοπλους αγωνιστές, να τσακίσει τη βούληση για ένοπλο επαναστατικό αγώνα. Που το δικό του δίκαιο επιβάλλει τη νομιμοποίηση κάθε είδους κρατικής βίας (η υπόθεση με τους νεκρούς μετανάστες στο Φαρμακονήσι και τις ευθύνες των λιμενικών μπήκε στο αρχείο), αλλά και τη ρατσιστική βία ενάντια σε εξαθλιωμένους εργάτες (αθώωση των φραουλοπαραγωγών και των επιστατών για την δολοφονική επίθεση εναντίον μεταναστών εργατών γης στην Μανωλάδα). Και σε διεθνές επίπεδο, στο όνομα της εμπέδωσης της Νέας Παγκόσμιας Τάξης μέσω των πολέμων κατά της “τρομοκρατίας”, νομιμοποιείται η σφαγή ενός ολόκληρου λαού στην Παλαιστίνη.
      Ο επαναστατικός αγώνας είναι ένα ζήτημα πίστης στην αναγκαιότητα να πολεμήσουμε τους
      δυνάστες. Να επιστραφεί στους πραγματικούς εγκληματίες, τους πραγματικούς τρομοκράτες και
      δολοφόνους που απαρτίζουν το σύστημα ένα ποσοστό της βίας που ασκούν. Γιατί μόνο με την
      ένοπλη επαναστατική δράση μπορούν να καταλάβουν ότι δεν θα μένουν για πάντα στο απυρόβλητο.
      Κυρίως ο επαναστατικός αγώνας είναι ένα ζήτημα βαθιάς και ακλόνητης πίστης στο επαναστατικό
      δίκαιο, το δίκαιο της κατάργησης κάθε μορφής εκμετάλλευσης και καταπίεσης, της καταστροφής
      του κράτους και του καπιταλισμού. Το δίκαιο μιας κοινωνίας οικονομικής ισότητας, χωρίς
      πλούσιους και φτωχούς, χωρίς αφέντες και δούλους. Το δίκαιο μιας κοινωνίας πραγματικά
      ελεύθερων ανθρώπων.
      Ο Επαναστατικός Αγώνας μέσα στην περίοδο της δράσης του από το 2003 έως σήμερα, διεξάγει
      ένα δυναμικό ένοπλο αγώνα ενάντια στο σύνολο των μορφών βίας του καθεστώτος που
      προαναφέρονται. Υπουργεία, δικαστήρια, αστυνομικές δυνάμεις, τράπεζες, χρηματιστήριο,
      αμερικάνικη πρεσβεία, Τράπεζα της Ελλάδας ήταν οι στόχοι της οργάνωσης. Με συνέπεια έδωσε
      σημαντικές απαντήσεις στην κρατική βία, τη βία της οικονομικής και πολιτικής ελίτ, τη βία της
      καθεστωτικής δικαιοσύνης και έγραψε σημαντικές σελίδες στην επαναστατική ιστορία αυτού του
      τόπου, αλλά και διεθνώς.
      Έδρασε και μίλησε για την οικονομική κρίση σε περιόδους που σιωπή απλωνόταν πάνω από την
      καθεστωτική απάτη της “αιώνιας σταθερότητας του συστήματος” και της “ακμαίας ελληνικής
      οικονομίας”. Αργότερα, με την έναρξη της κρίσης, διέψευσε όλες τις καθεστωτικές φωνές που
      μιλούσαν για την “οχυρωμένη και απρόσβλητη ελληνική οικονομία”, αλλά και τις ρηχές,
      διαποτισμένες από την καθεστωτική προπαγάνδα αντιλήψεις που αδυνατούσαν να συλλάβουν το
      μέγεθος της καταιγίδας που ερχόταν.
      Μίλησε και έδρασε για την Επανάσταση και την επαναστατική κοινωνική οργάνωση σε περιόδους που αυτά τα ζητήματα είχαν θαφτεί κάτω από τη μούχλα της απατηλής κοινωνικής ευμάρειας.
      Κράτησε και κρατάει ζωντανή τη φλόγα της κοινωνικής Επανάστασης, τη φλόγα της ελευθερίας.
      Σημάδεψε, καθόρισε, ενέπνευσε πολλούς ανθρώπους, διαμόρφωσε και διαμορφώνει συνειδήσεις.
      Για όλα τα παραπάνω ήταν, είναι και θα είναι μια σοβαρή πολιτική απειλή για το καθεστώς. Για
      όλα τα παραπάνω αγωνιζόταν, αγωνίζεται και θα αγωνίζεται ο Επαναστατικός Αγώνας. Για όλα τα
      παραπάνω θα συνεχίσω να αγωνίζομαι.

      ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΟΝ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΝΙΚΟ ΜΑΖΙΩΤΗ
      ΤΙΜΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟΝ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΛΑΜΠΡΟ ΦΟΥΝΤΑ
      ΖΗΤΩ Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

      Πόλα Ρούπα