-αν- Αρχική Σελίδα

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΑΡΚΙΖΑ ΣΤΟ ΜΠΟΥΛΚΕΣ

Διαδρομές ζωής ή θανάτου
(Μέσα από το αρχείο του Ν. Τσιρώνη)
ί
Η Σοφία Ηλιάδου-Τάχου στο πρώτο μέρος του βιβλίου, εξηγεί στον πρόλογο ότι μετά την έκδοση του βιβλίου της Μέρες της ΟΠΛΑ στην Θεσσαλονίκη: Τα χρώματα της βίας (1941-1945), ένιωσε την δέσμευση ότι έπρεπε «να απαντηθούν τα ερωτήματα που σχετίζονται με τις διαδρομές που ακολούθησαν μετά την συνθήκη της Βάρκιζας (12 Φεβρουαρίου 1945) εκείνα από τα στελέχη της ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης που ένιωσαν εκτεθειμένα απέναντι στο μετακατοχικό κράτος και προέβλεψαν πως η παραμονή τους στην Ελλάδα θα εξελισσόταν σε Γολγοθά χωρίς τέλος».
Η Τάχου θεωρεί ότι η πρωτοτυπία της συγκεκριμένης μελέτης έναντι άλλων, που αφορούν στην πορεία των πολιτικών προσφύγων εντός της Γιουγκοσλαβίας και μάλιστα στο Μπούλκες έγκειται α) στην σημασία των αυτοβιογραφικών στοιχείων που καταθέτει ο Ν. Τσιρώνης (μέλος της ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης) τόσο για το ζήτημα του Μπούλκες όσο και για το ζήτημα του νησιού της ντροπής, β) στην προσεκτική αποδελτίωση των τευχών της εφημερίδας Μπούλκες, που διασώθηκαν στο Αρχείο παράνομου τύπου του ΑΣΚΙ και τέλος γ) στην συγκέντρωση των υπαρχουσών βιβλιογραφικών  αναφορών και στην συνεξέτασή τους με τα πρωτότυπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν.
Σύμφωνα με τον Ν. Τσιρώνη, η εγκατάστασή του στην Γιουγκοσλαβία προσδιορίζεται με πρώτο σταθμό το Μοναστήρι στις 23-24 Φεβρουαρίου 1945 χωρίς ουδεμία προειδοποίηση από το κόμμα, ενώ οι πρώτοι 1.454 πρόσφυγες σύμφωνα με τον Μ. Ρίστοβιτς (Το πείραμα, Μπούλκες, «Η Ελληνική Δημοκρατία» στην Γιουγκοσλαβία) εγκαθίστανται στην Βοϊβοντίνα, στις 25 Μαΐου, ενώ το δεύτερο ρεύμα 2.702 ατόμων φθάνει και στεγάζεται σε 625 σπίτια στο Μπούλκες αρχές του Ιουνίου 1945.
Στην συνέχεια περιγράφονται από την Τάχου α) οι κοινοτικές δομές στο Μπούλκες, β) η οικονομία, γ) η εκπαίδευση (στρατιωτική σχολή) και ο πολιτισμός της κοινότητας, δ) οι σχέσεις Ελλήνων-«Σλαβομακεδόνων» στο Μπούλκες, ε) οι σχέσεις ΚΚΕ και ΚΚΓ, στ) οι διεθνείς διαστάσεις του ζητήματος «Μπούλκες», και ζ) οι μέθοδοι πειθαρχίας που επιβλήθηκαν, με εστίαση στην περίπτωση, του νησιού κατέργου στον Δούναβη.
Η Τάχου σημειώνει ότι από τα τέλη του Ιουλίου του 1946, ο πλήρης έλεγχος του Μπούλκες περιήλθε στο Κομματικό Γραφείο, το οποίο καθοδηγούνταν από την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ.
Το κομματικό Γραφείο Μπούλκες αποτελούνταν από τους Μιχάλη Πεχτακτσίδη-Τερζή, Οδυσσέα Μπάτση, Περικλή Καλοδίκη, Δημήτρη Βίσσιο, Γιώργο Κοντογιώργη (Παύλο), Αλέξη, Κ. Σιαπέρα, Μπαρμπα-Φώκο, παλιό Γκούντβη, Λαμπρινάκο (Προμηθέα) πρώην αστυνομικό Λεπενιώτη, Θανάση Στράντζαλη.
Ο Μιχάλης Πεχτακτσίδης-Τερζής το Φθινόπωρο του 1947 πήρε εντολή να κατέβει στον ΔΣΕ, ενώ το 1949 εξαφανίστηκε «μυστηριωδώς», όταν συντάχθηκε με τον Τίτο και αποσκίρτησε από τον Ζαχαριάδη. Όπως αφηγείται ο Αχιλλέας Παπαϊωάννου, «Μετά από χρόνια ένα σύντροφος από τον Γιάννενα ονόματι Σεραφείμ, πιστός του Ζαχαριάδη, μου είπε ότι τον σκότωσε ο ίδιος και τον έριξαν σε ένα πηγάδι στο Μπούλκες».
Σύμφωνα με τον Κ. Σιαπέρα, την κύρια ευθύνη για την ΥΤΟ (Υπηρεσία Τάξης Ομάδας) που συγκροτήθηκε στο Μπούλκες είχε ο Μιχάλης Πεχτακτσίδης-Τερζής μαζί με τον Οδυσσέα Μπάτση.
Η κομματική αστυνομία στο Μπούλκες κατ’ αρχάς παρακολουθούσε ασφυκτικά τις κινήσεις κάθε μέλους της κοινότητας, με σκοπό να εφαρμοστεί η απαγόρευση των συζητήσεων για τα αίτια της αποτυχίας του κινήματος του ΕΑΜ κατά την Εθνική Αντίσταση και τα αίτια της αποδοχής της συμφωνίας της Βάρκιζας από την ηγεσία του ΕΑΜ/ΚΚΕ.
«Σε λίγο η παρακολούθηση των στελεχών γενικεύτηκε, αφού προηγουμένως διακηρύχθηκε ότι επρόκειτο για μια κομματικά ορθόδοξη συμπεριφορά. Οι επαγρυπνητές, οι ανήκοντες στις μικρές ομάδες καταδοτών που αναλάμβαναν χάριν του Συμβουλίου, την παρακολούθηση των «υπόπτων» για αντικομματική δράση, ασκούσαν μια ιδιότυπη εξουσία ως στελέχη μιας άνωθεν επιβεβλημένης τρομοκρατίας. Σύμφωνα με τον Eudes επρόκειτο για πεντάδες καταδοτών, οι οποίοι αναλάμβαναν τον ρόλο της «κομματικής επαγρύπνησης». Τις συνιστούσαν δύο άτομα που εμπιστευόταν απόλυτα η διοίκηση και τρία τα οποία ανήκαν στον χώρο των πρώην υπόπτων, που τελούσαν υπό ανάνηψη και δοκιμή. Ο ρόλος τους ήταν η συστηματική παρακολούθηση τόσο των υπόπτων, όσο και των λοιπών, στους οποίους είχε δοθεί εντολή να μην συναναστρέφονται. Οι πέντε, κατά τον Eudes, ζούσαν και κινούνταν πάντα μαζί, ασκώντας τη διαδικασία της κατάδοσης, ή της εποπτείας. Μέσα από την διαδικασία αυτή, διασφαλιζόταν με απόλυτο τρόπο ο έλεγχος στους παρεκκλίνοντες και στους στιγματισμένους».
Η Τάχου παραθέτει την ακόμη συγκλονιστικότερη αφήγηση της Μ. Λαζαρίδου.
«Δεν πέρασαν παρά λίγες ημέρες από την εγκατάστασή μας στο Μπούλκες και μια νύκτα ξυπνήσαμε από έναν μεγάλο θόρυβο. Ένα αλαλάζον πλήθος, με χοντρά ξύλα, με σιδερόβεργες, με πέτρες, φτυσίματα και γιουχαΐσματα έδιωχνε τους αντικομματικούς, τους «φραξιονιστές» από το Μπούλκες […] Θα ήταν περίπου 100 άνθρωποι, συναγωνιστές άλλοτε αυτού του πλήθους, περιτριγυρισμένοι τώρα από την αστυνομία του Μπούλκες ΥΤΟ (Υπηρεσία Τάξεως Ομάδας) με δεμένα τα χέρια τους προσπαθούσαν να σωθούν από τα κτυπήματα των μανιασμένων καταδιωκτών τους. Λίγο πιο κάτω τους περίμεναν οι κλούβες. Πού τους πήγαιναν μέσα στην νύκτα; Κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες: Ότι τους άφησαν στα σύνορα της Ελλάδας. Άλλοι έλεγαν ότι τους εξαφάνισαν στα στρατόπεδα.
Αυτό που σε εντυπωσίαζε ήταν η αγριάδα των Ανθρώπων που υπερασπίζονταν την «κομματική γραμμή».
Ήταν ένα αφηνιασμένο πλήθος, ρομπότ, άνθρωποι μηχανές, χωρίς ψυχή, χωρίς αισθήματα, χωρίς αγάπη…
Με υψωμένες τις γροθιές, ουρλιάζοντας ρυθμικά «Μιχάλης-Περικλής» ζητούσαν το κεφάλι των «φραξιονιστών». Η βία κυριαρχούσε παντού… Όλοι μιλούσαν για ένα στρατόπεδο έξω από το Μπούλκες, όπου στρατοπεδάρχης ήταν ο «Μπαρμπα-Στέλιος Κάλφας» (Σιδέρης).
Εκεί σε βαθιά πηγάδια έριχναν ζωντανούς τον έναν μετά τον άλλον, όσους έκαναν κριτική στην καθοδήγηση του Μπούλκες (και κυρίως όσους μιλούσαν ενάντια στον Μιχάλη Πεχτακτσίδη ή Τερζή».
Στο δεύτερο Μέρος παρατίθεται η αυτοβιογραφική καταγραφή του Ν. Τσιρώνη χωρισμένη σε έξι μέρη: α) από το ζενίθ στο Ναδίρ, β) Πολιτικοί πρόσφυγες, γ) Μοναστήρι-Τέτοβο-Νόβι Σίβατς, δ) Τέτοβο. Ο Δεύτερος σταθμός, ε) Μπούλκες, στ) το Νησί της ντροπής.
Ο Ν. Τσιρώνης στο τελευταίο μέρος Το Νησί της ντροπής σώζει την μαρτυρία του παλιού του συντρόφου Γιώργη Ζωμαρίτη, που είχε την «τύχη» να μεταφερθεί ως «αντικομματικός» στο νησάκι του Δούναβη, στο κάτεργο στο οποίο, όπως ανέφερε και η Λαζαρίδου, υπεύθυνος ήταν ο «Μπαρμπα-Στέλιος», παλιός κομμουνιστής τον οποίο η μεταξική δικτατορία είχε φυλακίσει στην Ακροναυπλία. Εκεί οι «εχθροί του λαού», αφού καθημερινά έλιωναν σε καταναγκαστικές εργασίες, υφίσταντο την βάρβαρη συμπεριφορά και τους βασανισμούς των «συντρόφων» που τους φύλαγας.
«Οι κρατούμενοι ήμασταν περίπου 147. Ο αριθμός αυτός κάποτε μεγάλωνε κι άλλοτε μίκραινε, ποτέ δεν ήταν σταθερός. Μεγάλωνε όταν η κομματική οργάνωση (κομματικό γραφείο) ανακάλυπτε νέους «εχθρούς του κόμματος» και μίκραινε σαν τύχαινε να συμβούν τίποτε «ατυχήματα». Για να είμαι όμως σωστός πως τις πιο πολλές φορές λιγοστεύαμε. Από 142 που ήμασταν, στο τέλος μείναμε 41, φοβερό νούμερο.
Και είναι φοβερό γιατί οι 106 ή και ποιος ξέρει πόσοι άλλοι δεν έφυγαν από το νησί για να επιστρέψουν στο χωριό μας το Μπούλκες, «καθαροί» χάρη στις σωφρονιστικές μεθόδους του σ. Στέλιου, αλλά εξοντώθηκαν με διάφορους τρόπους από τους σκληρούς της οργάνωσης [… ] Ήταν και το άλλο, απαγόρευαν την συζήτηση μεταξύ μας (των κρατουμένων), απαγόρευαν ακόμα και με θάνατο, μάλιστα με θάνατο, καλά άκουσες, να κατέβει κάποιος κρατούμενος από το πάνω μέρος του στάβλου κατά την διάρκεια της νύκτας, όποια ανάγκη και αν είχε. Μας ανέβαζαν το βράδυ μετά την δουλειά και έπρεπε το πρωί να κατέβουμε, διαφορετικά εξασφαλίζαμε μια σφαίρα στο κεφάλι. Τη σωματική βία την αντέχεις, την ψυχολογική δεν υποφέρεις.
Η  καθημερινή ταπείνωση, το τσαλαπάτημα του φιλότιμου, άλλοι το λένε εγωισμό, χωρίς να μπορείς να κάνεις κάτι να σταματήσει αυτή η συμπεριφορά ήταν που μας εξόργιζε, μας πονούσε όσο δεν φαντάζεσαι. Αγωνιστές στην πρώτη γραμμή του πολέμου οι περισσότεροι κρατούμενοι, πραγματικά παλικάρια δεν ήταν δυνατό να συμβιβαστούν με την βία και τον τρόπο ζωής που ήθελαν να επιβάλλουν.
Από την πρώτη στιγμή, από την ώρα που μας έπαιρναν από το Μπούλκες καταλάβαμε πως η ζωή μας βρισκότανε σε κίνδυνο, στο νησί-φυλακή, όμως διαπιστώσαμε πόσο φθηνή θα ήταν, πως δεν θα κόστιζε ούτε δεκάρες. Και ενώ αυτή ήταν γενική διαπίστωση, λίγοι καταλάβαιναν τις συνέπειες που θα στοιχίσουν ακριβά στην κομματική οργάνωση του Μπούλκες. Λίγοι «έβλεπαν» πως σύντομα η ντροπή θα καλύψει την οργάνωση μας και ο θάνατος θα βάλει έντονα την υπογραφή του στις σελίδες της ιστορίας του κόμματος (ΚΚΕ) που θα αναφέρονται στο κεφάλαιο ΜΠΟΥΛΚΕΣ και στο νησί της ντροπής».
Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 171, Μάϊος 2017