-αν- Αρχική Σελίδα

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Ερρίκο Μαλατέστα: Αναρχία (μέρος δεύτερο)





Ο άνθρωπος έχει δυο θεμελιακά χαρακτηριστικά, το ένστικτο της αυτοσυντήρησής του, δίχως το οποίο δε θα μπορούσε να υπάρξει κανένα ον και το ένστικτο της διατήρησης του είδους του, δίχως το οποίο δε θα είχε εξελιχθεί ή συνεχίσει να ζει κανένα είδος. Ο άνθρωπος ωθείται απ’ τη φύση του να υπερασπίσει από κάθε κίνδυνο την ίδια του την ύπαρξη κι ευημερία καθώς κι εκείνη των παιδιών του. Τα ζωντανά όντα βρίσκουν στη φύση δυο τρόπους για να εξασφαλίσουν την ύπαρξή τους και να την κάνουν πιο ευχάριστη. Ο ένας βρίσκεται στην πάλη του ατόμου με τα φυσικά στοιχεία και με άλλα άτομα του ίδιου ή διαφορετικού είδους• ο άλλος βρίσκεται στην αμοιβαία υποστήριξη, ή συνεργασία, που μπορεί ίσως επίσης να περιγραφεί σαν ένωση για αγώνα ενάντια σ’ όλους τους φυσικούς παράγοντες, που είναι καταστροφικοί για την ύπαρξη, ή για την ανάπτυξη και την ευημερία των μελών.
Δεν χρειάζεται να ερευνήσουμε ποιούς αντίστοιχους ρόλους, στην ανάπτυξη του οργανικού κόσμου, παίρνουν αυτές οι δυο αρχές του ανταγωνισμού και της συνεργασίας.
Είναι αρκετό να παρατηρήσουμε πως η συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων (είτε είναι επιβεβλημένη, είτε εθελοντική) έχει γίνει το μόνο μέσο προόδου, βελτίωσης ή εγγύησης της ασφάλειας και πως ο ανταγωνισμός – κατάλοιπο μιας προηγούμενης φάσης της ζωής – έχει γίνει ολότελα ακατάλληλος σα μέσο εξασφάλισης της ευημερίας των ατόμων και δημιουργεί, αντίθετα, πληγές σε όλους, τόσο στους κατακτητές όσο και στους κατακτημένους.
Η συσσωρευμένη και μεταβιβασμένη εμπειρία διαδοχικών γενιών, έχει διδάξει τον άνθρωπο ότι αν ενωθεί με άλλους ανθρώπους εξασφαλίζεται καλύτερα η συντήρηση κι αυξάνεται η ευημερία του. Έτσι μέσα απ’ τον αγώνα για την επιβίωση, που διεξάγεται ενάντια στη φύση που τους περιβάλει κι ενάντια σε άτομα του δικού τους είδους, έχει αναπτυχθεί στους ανθρώπους το κοινωνικό ένστικτο κι έχει μεταμορφώσει ολοκληρωτικά τις συνθήκες της ζωής τους. Διαμέσου της συνεργασίας, ο άνθρωπος μπόρεσε να βγει απ’ τη ζωικότητα, έχει αποκτήσει μεγάλη δύναμη κι έχει ξεπεράσει τόσο πολύ τα άλλα ζώα, ώστε οι μεταφυσικοί φιλόσοφοι να πιστέψουν πως ήταν απαραίτητο να εφεύρουν γι’ αυτόν μια άυλη κι αθάνατη ψυχή.
Πολλές συνακόλουθες αιτίες έχουν συνεισφέρει στο σχηματισμό αυτού του κοινωνικού ενστίκτου που, ξεκινώντας απ’ τη ζωική βάση του ενστίκτου για τη διατήρηση του είδους, έχει τώρα γίνει τόσο διαδομένο και τόσο έντονο, ώστε συνιστά το βασικό στοιχείο της ηθικής φύσης του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος, όμως, που έχει εξελιχθεί από κατώτερους ζωικούς τύπους, ήταν ένα σωματικά αδύναμο ον, δίχως όπλα για να παλέψει ενάντια στα σαρκοβόρα θηρία. Αλλά διέθετε έναν εγκέφαλο, που μπορούσε ν’ αναπτυχθεί πολύ κι ένα φωνητικό όργανο, ικανό να εκφράσει τις διάφορες εγκεφαλικές δονήσεις, διαμέσου διαφόρων ήχων και χέρια προσαρμοσμένα ώστε να δώσουν στην ύλη την επιθυμητή μορφή. Θα πρέπει να αισθάνθηκε πολύ σύντομα την ανάγκη και τα πλεονεκτήματα της ένωσης με τους συνανθρώπους του. Όντως, μπορεί ακόμα και να ειπωθεί ότι μπόρεσε να ξεφύγει απ’ τη ζωικότητα, μόνον όταν έγινε κοινωνικός κι απόκτησε τη χρήση της γλώσσας, η οποία αποτελεί άμεση συνέπεια και δυνητικό παράγοντα της κοινωνικοποίησης.
Ο σχετικά μικρός αριθμός των ανθρώπινων ειδών έκανε τον αγώνα για την επιβίωση ανάμεσα σε ανθρώπους, ακόμα και πέρα απ’ τα όρια της ένωσης, λιγότερο οξύ, λιγότερο συνεχή και λιγότερο απαραίτητο. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να έχει ευνοήσει πολύ την ανάπτυξη αισθημάτων συμπάθειας κι έχει προσφέρει τα χρονικά περιθώρια για την ανακάλυψη και αξιολόγηση της ωφελιμότητας της αμοιβαίας υποστήριξης. Κοντολογίς, η κοινωνική ζωή έγινε η απαραίτητη προϋπόθεση της ύπαρξης του ανθρώπου, σα συνέπεια της ικανότητάς του να τροποποιεί το εξωτερικό του περιβάλλον και να το προσαρμόζει σύμφωνα με τις ανάγκες του, με την εξάσκηση των αρχέγονων δυνάμεών του, σε συνεργασία μ’ ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο αριθμό συνεργατών. Οι επιθυμίες του έχουν γίνει ανάγκες. Κι ο καταμερισμός της εργασίας γεννήθηκε απ’ τη μεθοδική χρησιμοποίηση της φύσης απ’ τον άνθρωπο, για λογαριασμό του. Επομένως, όπως εξελίχτηκε τώρα, ο άνθρωπος δε θα μπορούσε να ζήσει χωριστά απ’ τους συνανθρώπους του, δίχως να ξαναπέσει σε μια ζωώδη κατάσταση. Διαμέσου των εκλεπτυσμού της αισθαντικότητας, με τον πολλαπλασιασμό των κοινωνικών σχέσεων και διαμέσου της συνήθειας, που επισφράγισε το είδος με κληρονομική μεταβίβαση χιλιάδων χρόνων, αυτή η ανάγκη για κοινωνική ζωή, αυτή η ανταλλαγή σκέψεων και στοργής ανάμεσα στους ανθρώπους, έγινε απαραίτητη για τον οργανισμό μας. Μεταμορφώθηκε σε συμπάθεια, φιλία κι αγάπη κι επιβιώνει ανεξάρτητα απ’ τα υλικά πλεονεκτήματα που εξασφαλίζει η ένωση. Τόσο πολύ ισχύει αυτό, ώστε ο άνθρωπος αντιμετωπίζει συχνά κάθε λογής βάσανα κι ακόμα και το θάνατο, για την ικανοποίηση αυτών των αισθημάτων.
Το γεγονός είναι ότι στον αγώνα για την επιβίωση ανάμεσα στους ανθρώπους, αποδόθηκε ένας ολότελα διαφορετικός χαρακτήρας, από εκείνον που έχει η διαμάχη μεταξύ των κατώτερων ζώων, εξαιτίας των τεράστιων πλεονεκτημάτων που προσφέρει στον άνθρωπο η ένωση, των δυνατοτήτων του να ενωθεί μ’ ένα ολοένα αυξανόμενο αριθμό ατόμων και να υπεισέρθει σε ολοένα πιο στενές και πολύπλοκες σχέσεις, ως ότου φθάσει στην ένωση με όλη την ανθρωπότητα και τέλος, πιο πολύ απ’ όλα ίσως, απ’ την ικανότητά του να παράγει, εργαζόμενος σε συνεργασία με άλλους, περισσότερα απ’ όσα χρειάζεται για να ζήσει. Είναι φανερό ότι αυτές οι αιτίες, μαζί με τα αισθήματα στοργής που πηγάζουν απ’ αυτές, θα πρέπει να δίνουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στην πάλη για την επιβίωση ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα.
Παρόλο που οι ερευνητές σύγχρονων φυσιογνωστών μας φέρνουν καθημερινά νέες αποδείξεις, πως η συνεργασία έχει παίξει κι εξακολουθεί να παίζει, τον πιο σημαντικό ίσως ρόλο στην ανάπτυξη του οργανικού κόσμου, η διαφορά ανάμεσα στην ανθρώπινη πάλη για επιβίωση και σ’ εκείνη των κατώτερων ζωών είναι τρομακτική. Στην πραγματικότητα είναι ανάλογη με την απόσταση που χωρίζει τον άνθρωπο απ’ τα άλλα ζώα. Κι αυτό επαληθεύτηκε παρόλα αυτά απ’ αυτή τη θεωρία του Χάξλεϋ, που η αστική τάξη έχει εξαντλήσει ολότελα, μη υποπτευόμενη το βαθμό στον οποίο η αμοιβαία συνεργασία έχει βοηθήσει την ανάπτυξη των κατώτερων ζωών.
Τα κατώτερα ζώα πολεμούν είτε ατομικά, ή, πιο συχνά, σε μικρές μόνιμες ή προσωρινές ομάδες ενάντια σ’ ολόκληρη τη φύση, συμπεριλαμβανομένων σ’ αυτή κι άλλων ζώων του δικού τους είδους. Μερικά απ’ τα πιο κοινωνικά ζώα, όπως τα μυρμήγκια, οι μέλισσες κλπ. ενώνονται μαζί στην ίδια μυρμηγκοφωλιά ή κυψέλη, αλλά βρίσκονται σε πόλεμο ή παραμένουν αδιάφορα, απέναντι σε άλλες κοινότητες του δικού τους είδους. Η ανθρώπινη πάλη με τη φύση, αντίθετα, τείνει πάντα να διευρύνει την ένωση των ανθρώπων, να ενοποιεί τα συμφέροντά τους και ν’ αναπτύσσει τα αισθήματα στοργής κάθε ατόμου προς όλα τα άλλα, έτσι ώστε ενωμένα να μπορούν να κυριαρχήσουν πάνω στους κινδύνους της εξωτερικής φύσης, με την ανθρωπότητα και υπέρ αυτής.
Κάθε αγώνας που κατευθύνεται προς την απόκτηση πλεονεκτημάτων, ανεξάρτητα απ’ τους άλλους ανθρώπους και σε αντίθεση μ’ αυτούς, έρχεται σε αντίφαση με την κοινωνική φύση του σύγχρονου ανθρώπου και τείνει να την οδηγήσεις πίσω σε μια πιο ζωώδη κατάσταση.
Η ΑΛΛΕΛΕΓΓΥΗ, δηλαδή, η αρμονία των συμφερόντων και των αισθημάτων, η συμμετοχή του καθένα στο καλό όλων, κι όλων στο καλό του καθένα, είναι η μόνη κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος μπορεί να ’ναι πιστός απέναντι στη φύση του και να φθάνει στην ανώτερη ανάπτυξη και ευτυχία. Αυτός είναι ο σκοπός προς τον οποίο τείνει η ανθρώπινη ανάπτυξη. Είναι ο μόνος μεγάλος κανόνας, που είναι ικανός να συμβιβάσει όλους τους τωρινούς ανταγωνισμούς στην κοινωνία, που θα ήταν διαφορετικά ασυμβίβαστοι. Κάνει την ελευθερία του καθένα να βρει όχι τα όριά της, αλλά το συμπλήρωμά της, την απαραίτητη προϋπόθεση της συνεχούς ύπαρξής της – στην ελευθερία όλων.
«Κανένας άνθρωπος», λέει ο Μιχαήλ Μπακούνιν, «δεν μπορεί ν’ αναγνωρίσει τη δική του ανθρώπινη αξία ή να πραγματοποιήσει συνακόλουθα την πλήρη του ανάπτυξη, αν δεν αναγνωρίσει την αξία των συνανθρώπων του και, σε συνεργασία μ’ αυτούς, δεν πραγματοποιήσει τη δική του ανάπτυξη διαμέσου αυτών. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να χειραφετηθεί, αν δεν χειραφετεί ταυτόχρονα εκείνους που βρίσκονται γύρω του. Η ελευθερία μου είναι η ελευθερία όλων, γιατί δεν είμαι πραγματικά ελεύθερος – ελεύθερος όχι μόνο στη σκέψη αλλά και στην πράξη – αν η ελευθερία μου και το δικαίωμά μου δε βρίσκουν την επιβεβαίωση και την επικύρωσή τους στην ελευθερία και το δικαίωμα όλων των ανθρώπων, που είναι ίσοι με μένα. Μ’ ενδιαφέρει πολύ τί είναι οι άλλοι άνθρωποι, γιατί όσο ανεξάρτητος κι αν μπορεί να φαίνομαι, ή μπορεί να πιστεύω πως είμαι, χάρη στην κοινωνική μου θέση, είτε είμαι Πάπας, Τσάρος, Αυτοκράτορας ή Πρωθυπουργός, είμαι πάντα το προϊόν εκείνων που είναι οι κατώτεροι ανάμεσα στους ανθρώπους. Αν αυτοί είναι αδαείς, εξαθλιωμένοι ή υποδουλωμένοι, η ύπαρξή μου περιορίζεται απ’ την άγνοια, την εξαθλίωση ή την υποδούλωσή τους. Εγώ, παρόλο που είμαι έξυπνος και φωτισμένος άνθρωπος, αποβλακώνομαι απ’ την ηλιθιότητά τους• παρόλο που είμαι γενναίος, υποδουλώνομαι απ’ την υποδούλωσή τους• παρόλο που είμαι πλούσιος, τρέμω μπροστά στην φτώχεια τους• παρόλο που είμαι προνομιούχος, χλωμιάζω στη σκέψη της πιθανής δικαιοσύνης γι’ αυτούς. Εγώ, που επιθυμώ να είμαι ελεύθερος, δεν μπορώ να είμαι, γιατί υπάρχουν γύρω μου άνθρωποι που δεν επιθυμούν ακόμα την ελευθερία και το ότι δεν την επιθυμούν, γίνεται, παρά τη θέλησή μου, το όργανο της καταπίεσής μου».
Η αλληλεγγύη τότε αποτελεί την κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος πετυχαίνει τον ανώτερο βαθμό ασφάλειας κι ευημερίας. Επομένως, ο ίδιος ο εγωισμός, η αποκλειστική επιδίωξη των ατομικών συμφερόντων, ωθεί τον άνθρωπο και την ανθρώπινη κοινωνία προς την κατεύθυνση της αλληλεγγύης. Ή μάλλον ο εγωισμός κι ο αλτρουισμός (η επιδίωξη των συμφερόντων των άλλων) ενώνονται σ’ αυτό το αίσθημα, καθώς το συμφέρον του ατόμου ταυτίζεται με τα συμφέροντα της κοινωνίας.
Ο άνθρωπος, όμως, δεν μπορούσε να περάσει αμέσως απ’ τη ζωώδη κατάσταση στην ανθρωπότητα• απ’ την ωμή διαμάχη μεταξύ ανθρώπων, στο συλλογικό αγώνα όλων των ανθρώπων, ενωμένων σε μια αδελφότητα αλληλοβοήθειας ενάντια στην εξωτερική φύση.
Οδηγούμενος απ’ τα πλεονεκτήματα που προσφέρουν η ένωση κι ο συνακόλουθος καταμερισμός της εργασίας, ο άνθρωπος εξελίχθηκε προς την κατεύθυνση της αλληλεγγύης, αλλά η εξέλιξή του αντιμετώπισε ένα εμπόδιο που τον οδήγησε κι εξακολουθεί να τον οδηγεί, μακριά απ’ το σκοπό του. Ανακάλυψε ότι μπορούσε να υλοποιήσει τα πλεονεκτήματα της ένωσης, τουλάχιστον ως ένα ορισμένο σημείο και για τις υλικές και πρωτόγονες ανάγκες που αποτελούσαν τότε όλες του τις ανάγκες, υποτάσσοντας σ’ αυτόν άλλους ανθρώπους, αντί να ενωθεί μαζί τους κάτω από ίσους όρους. Έτσι τα θηριώδη κι αντικοινωνικά ένστικτα, που κληρονομήθηκαν απ’ την κτηνώδη του καταγωγή, κατέβαλαν ξανά την πρωτοκαθεδρία. Ανάγκασε τον πιο αδύναμο να δουλεύει γι’ αυτόν, προτιμώντας να εξουσιάζει μάλλον τους συνανθρώπους του παρά α ενώνεται αδελφικά μαζί τους. Επίσης, στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι πιθανό ότι ο άνθρωπος έμαθε για πρώτη φορά τα πλεονεκτήματα της ένωσης και τη βοήθεια που μπορεί να παρασχεθεί απ’ την αμοιβαία υποστήριξη, εκμεταλλευόμενος τους κατακτημένους.
Έτσι έχει προκύψει το ότι η επιβεβαίωση της ωφελιμότητας της συνεργασίας, που έπρεπε να οδηγήσει στο θρίαμβο της αλληλεγγύης σ’ όλα τα ανθρώπινα μελήματα, χρησιμοποιήθηκαν προς όφελος της ατομικής ιδιοκτησίας και της κυβέρνησης• με άλλα λόγια, στην εκμετάλλευση της εργασίας των πολλών, για χάρη της προνομιούχας μειοψηφίας.
Πάντοτε υπήρχε ένωση και συνεργασία, δίχως τις οποίες θα ’ταν αδύνατη η ανθρώπινη ζωή• αλλά υπήρξε συνεργασία που επιβλήθηκε και ρυθμίστηκε από τους λίγους για το δικό τους ιδιαίτερο συμφέρον.
Απ’ αυτό το γεγονός προκύπτει μια μεγάλη αντίφαση, απ’ την οποία είναι γεμάτη η ιστορία της ανθρωπότητας. Απ’ τη μια μεριά, ανακαλύπτουμε την τάση για ένωση κι αδελφοποίηση, με σκοπό την κατάκτηση και την προσαρμογή του εξωτερικού κόσμου στις ανθρώπινες ανάγκες και για την ικανοποίηση των ανθρώπινων συναισθημάτων• απ’ την άλλη μεριά, ανακαλύπτουμε την τάση για διαίρεση σε τόσες πολλές ξεχωριστές κι εχθρικές φατρίες, όσο διαφορετικές είναι οι συνθήκες ζωής. Αυτές οι φατρίες καθορίζονται, λογουχάρη, απ’ τις γεωγραφικές κι εθνολογικές συνθήκες, από διαφορές της οικονομικής τους θέσης, από προνόμια που αποκτήθηκαν από μερικούς και επιδιώκονταν από άλλους, ή απ’ την αντοχή στη δυστυχία, με την πάντα ξαναεμφανιζόμενη επιθυμία για εξέγερση.
Η αρχή του ο καθένας για τον εαυτό του, δηλαδή, του πολέμου όλων ενάντια σε όλους, κατέληξε με την πορεία του χρόνου να κάνει πιο περίπλοκο, να παρασύρει και να παραλύσει, τον πόλεμο όλων ενάντια στη φύση, για το κοινό όφελος της ανθρώπινης φυλής, ο οποίος μπορούσε να ’ναι απόλυτα πετυχημένος μόνον αν η δράση διεξαγόταν με βάση την αρχή του όλοι για τον καθένα κι ο καθένας για όλους.
Μεγάλα υπήρξαν τα κακά που υπόφερε η ανθρωπότητα απ’ αυτή την ανάμιξη της κυριαρχίας και της εκμετάλλευσης με την ανθρώπινη ένωση. Αλλά παρά την βάναυση καταπίεση στην οποία υποτάχθηκαν οι μάζες, τη μιζέρια, τη φαυλότητα, το έγκλημα και τον εξευτελισμό που γεννάνε η καταπίεση και η υποδούλωση ανάμεσα στους δούλους και τ’ αφεντικά τους και παρά τα μίση, τους εξοντωτικούς πολέμους και τους ανταγωνισμούς των τεχνητά δημιουργημένων συμφερόντων, το κοινωνικό ένστικτο επιβίωσε κι ακόμα αναπτύχθηκε. Η συνεργασία, όντας πάντα η απαραίτητη προϋπόθεση για μια πετυχημένη μάχη ενάντια στην εξωτερική φύση, υπήρξε γι’ αυτό το λόγο η μόνιμη αιτία της συνένωσης των ανθρώπων και συνακόλουθα της ανάπτυξης των αισθημάτων συμπαθείας. Ακόμα κι η καταπίεση των μαζών έχει προκαλέσει την αδελφοποίηση των καταπιεζομένων. Πραγματικά, αποκλειστικά και μόνο σ’ αυτό το αίσθημα αλληλεγγύης, που είναι περισσότερο ή λιγότερο συνειδητό και περισσότερο ή λιγότερο διάχυτο ανάμεσα στους καταπιεζόμενους, οφείλεται το ότι οι τελευταίοι μπόρεσαν να υπομείνουν την καταπίεση και ν’ αντισταθούν στις αιτίες του θανάτου μέσα στους κόλπους τους.
Στη σημερινή εποχή, η τεράστια ανάπτυξη της παραγωγής, η αύξηση των ανθρώπινων αναγκών, που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν παρά μόνο με τις ενωμένες προσπάθειες ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων σε όλες τις χώρες, η επέκταση τω μέσων επικοινωνίας, των ταξιδιωτικών συνηθειών, της επιστήμης, της λογοτεχνίας, του εμπορίου, ακόμα και το ίδιου του πολέμου – όλα αυτά έχουν μετατρέψει την ανθρωπότητα κι εξακολουθούν να τη μετατρέπουν σ’ ένα σύνθετο σώμα, κάθε τμήμα του οποίου είναι στενά συνυφασμένο με τα άλλα και μπορεί να βρει την ικανοποίηση και την ελευθερία του μόνον με την ανάπτυξη κι υγεία όλων των άλλων τμημάτων που σχηματίζουν το σύνολο.
Ο κάτοικος της Νεάπολης ενδιαφέρεται εξίσου για την βελτίωση των συνθηκών υγιεινής των ανθρώπων που ζούνε στις όχθες του Γάγκη, απ’ όπου τού έρχεται η χολέρα, όσο και για τη βελτίωση του αποχετευτικού συστήματος της ίδιας του της πόλης. Η ευημερία, η ελευθερία ή η τύχη του βουνήσιου, που ζει χαμένος ανάμεσα στους κατακόρυφους γκρεμούς των Απεννίνων, δεν εξαρτάται μόνο απ’ την κατάσταση της ευημερίας ή ακόμα κι απ’ την εξαθλίωση μέσα στην οποία ζούνε οι κάτοικοι του χωριού του ή ακόμα απ’ τη γενικότερη κατάσταση του Ιταλικού λαού, αλλά επίσης κι απ’ την κατάσταση των εργατών στην Αμερική ή στη Αυστραλία, απ’ την ανακάλυψη ενός Σουηδού επιστήμονα, απ’ τις ηθικές κι υλικές συνθήκες των Κινέζων, απ’ τον πόλεμο ή την ειρήνη στην Αφρική, κοντολογίς, εξαρτάται απ’ όλες τις μεγάλες και μικρές περιστάσεις που επηρεάζουν την ανθρώπινη ζωή σ’ οποιοδήποτε σημείο του κόσμου.
Στη σημερινή κατάσταση της κοινωνίας, η μεγάλη αλληλεγγύη, που ενώνει όλους τους ανθρώπους, είναι σε μεγάλο βαθμό ασυνείδητη, αφού ξεπροβάλει αυθόρμητα μέσα απ’ την διένεξη ιδιαίτερων συμφερόντων, ενώ οι άνθρωποι ασχολούνται λίγο ή καθόλου με τα γενικά συμφέροντα. Κι αυτό αποτελεί την πιο κατάφωρη απόδειξη πως η αλληλεγγύη είναι ο φυσικός νόμος της ανθρώπινης ζωής, που επιβάλλεται, παρά την ύπαρξη οποιουδήποτε εμποδίου, ακόμα κι εκείνων που δημιουργούνται τεχνητά απ’ την κοινωνία με τη σημερινή της σύνθεση.
Απ’ την άλλη μεριά, οι καταπιεζόμενες μάζες, που ποτέ δεν παραδόθηκαν ολοκληρωτικά στην καταπίεση και την εξαθλίωση και ου καθημερινά, όλο και πιο πολύ, φαίνονται να κατέχονται από πάθος για τη δικαιοσύνη, ελευθερία κι ευημερία, αρχίζουν να καταλαβαίνουν ότι μπορούν να χειραφετηθούν μόνον αν ενωθούν αλληλέγγυα με όλους τους καταπιεζόμενους κι εκμεταλλευόμενους όλου του κόσμου. Και καταλαβαίνουν επίσης ότι η αναπόσπαστη προϋπόθεση της χειραφέτησής τους είναι η κατοχή των παραγωγικών μέσων, της γης και των εργαλείων της εργασίας, που συνεπάγεται την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Η επιστήμη και η παρατήρηση των κοινωνικών φαινομένων δείχνουν ότι αυτή η κατάργηση θα ήταν, τελικά, φοβερά ωφέλιμη ακόμα και για τις προνομιούχες τάξεις, αρκεί μόνο να μπορούσαν να κάνουν τον εαυτό τους ν’ απαρνηθεί το πνεύμα της κυριαρχίας και να συμφωνούσαν να εργαστούν μαζί με όλους τους συνανθρώπους τους για τον κοινό σκοπό.
Τώρα, μπορούν οι καταπιεζόμενες μάζες ν’ αρνηθούν να εργαστούν μια μέρα για τους καταπιεστές τους; Μπορούν να πάρουν την κατοχή της γης και των εργαλείων της εργασίας και να τα χρησιμοποιήσουν προς όφελος όλων όσων εργάζονται; Μπορούν να μην υποταχθούν πια στην κυριαρχία είτε της ωμής βίας, ή του οικονομικού προνόμιου; Μπορούν ν’ αναπτυχθούν ανάμεσα στους ανθρώπους και να δώσουν ένα τέλος στη διαμάχη ανάμεσα στα έθνη, τα πνεύμα της ανθρώπινης συντροφικότητας και το αίσθημα της ανθρώπινης αλληλεγγύης, ενισχυμένα από κοινά συμφέροντα; Τι περιθώρια τότε θα έμεναν για την ύπαρξη μιας κυβέρνησης;
Όταν καταργείται η ατομική ιδιοκτησία, η κυβέρνηση, που αποτελεί τον υπερασπιστή της, πρέπει να εξαφανιστεί. Έτσι κι επιβιώσει, θα έτεινε συνεχώς ν’ ανοικοδομεί, κάτω απ’ τη μια μορφή ή την άλλη, μια προνομιούχα και καταπιεστική τάξη.
Αλλά η κατάργηση της κυβέρνησης δε σημαίνει το τέλος της ανθρώπινης ένωσης. Θα επέφερε το αντίθετο, γιατί η συνεργασία που σήμερα επιβάλεται και κατευθύνεται προς όφελος των λίγων, θα ’ταν ελεύθερη κι εθελοντική, κατευθυνόμενη προς όφελος των πολλών. Επομένως θα γινόταν πιο εντατική κι αποτελεσματική.
Το κοινωνικό ένστικτο και το αίσθημα αλληλεγγύης θ’ αναπτύσσονταν στον ανώτατο βαθμό και κάθε άτομο θα έκανε ό,τι μπορούσε για το καλό των άλλων, τόσο για την ικανοποίηση των δικών του καλά εννοουμένων συμφερόντων, όσο και για την ικανοποίησης των αισθημάτων συμπαθείας του.
Από την ελεύθερη ένωση όλων, θα γεννιόταν μια κοινωνική οργάνωση, διαμέσου της αυθόρμητης ομαδοποίησης των ανθρώπων, σύμφωνα με τις ανάγκες και τις συμπάθειές τους, από το κατώτερο στο ανώτερο, απ’ το απλό στο σύνθετο, ξεκινώντας απ’ το πιο άμεσα για να καταλήξει στα πιο απώτερα και γενικότερα συμφέροντα. Η οργάνωση θα είχε σα σκοπό της το μεγαλύτερο καλό και την πιο πλήρη ελευθερία όλων• θα κάλυπτε όλη την ανθρωπότητα σε μια κοινή αδελφότητα και θα τροποποιούνταν και θα βελτιώνονταν, καθώς θα τροποποιούνταν και θα άλλαζαν οι συνθήκες, σύμφωνα με τα διδάγματα της εμπειρίας.
Αυτή η κοινωνία των ελεύθερων ανθρώπων, αυτή η κοινωνία των φίλων θα ήταν η Αναρχία.

Αναδημοσίευση από : eagainst.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου